Μέρος 2: Ο γάμος που κράτησε μόνο έναν μήνα… και ο αποχαιρετισμός που έκρυβε ένα μυστικό
Η τελετή δεν έγινε σε κάποια εκκλησία.
Δεν υπήρχαν λουλούδια.
Ούτε πολυτελή ρούχα.
Ούτε δεκάδες καλεσμένοι.
Έγινε μέσα στο δωμάτιο 220 του νοσοκομείου.
Μια νοσοκόμα στάθηκε ως μάρτυρας.
Ένας ηλικιωμένος δικηγόρος κρατούσε τα απαραίτητα έγγραφα.
Και ένας γιατρός χαμογελούσε διακριτικά από την πόρτα, γνωρίζοντας πως ίσως γινόταν μάρτυρας της πιο συγκινητικής τελετής της καριέρας του.
Ο Τόμας φορούσε ένα καθαρό γαλάζιο πουκάμισο και μια σκούρα μπλε γραβάτα.
Η Νάνσι φόρεσε ένα απλό λευκό φόρεμα που της είχε δανείσει μια συνάδελφός της.
Όταν αντάλλαξαν τις βέρες, κανείς δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
Ήταν σαν δύο άνθρωποι που η ζωή χώρισε πριν από μισό αιώνα να είχαν βρει επιτέλους τον δρόμο ο ένας προς τον άλλον.
«Ξέρεις ποιο είναι το μόνο πράγμα που μετανιώνω;» τη ρώτησε ο Τόμας λίγες ώρες αργότερα.
Η Νάνσι χαμογέλασε.
«Που άργησες πενήντα έξι χρόνια να μου κάνεις πρόταση.»
Εκείνος γέλασε τόσο δυνατά που άρχισε να βήχει.
«Εγώ πάλι μετανιώνω που δεν ανέβηκα τότε στο λεωφορείο μαζί σου.»
Για λίγο έμειναν σιωπηλοί.
Κοιτούσαν μόνο το ηλιοβασίλεμα από το παράθυρο.
Ήξεραν και οι δύο πως δεν είχαν πολύ χρόνο.
Γι' αυτό δεν ήθελαν να σπαταλήσουν ούτε μία στιγμή.
Τις επόμενες εβδομάδες η Νάνσι περνούσε κάθε ελεύθερη ώρα δίπλα του.
Του διάβαζε τα αγαπημένα του μυθιστορήματα.
Του έφερνε καφέ, παρότι εκείνος μπορούσε να πιει μόνο λίγες γουλιές.
Καθόντουσαν με τις ώρες κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου χωρίς να μιλούν.
Δεν χρειάζονταν λόγια.
Η παρουσία τους αρκούσε.
Κάποια στιγμή η Νάνσι παρατήρησε κάτι περίεργο.
Ο Τόμας ζητούσε συνεχώς να βλέπει τον ίδιο δικηγόρο.
Υπέγραφε έγγραφα.
Έκλεινε φακέλους.
Κάποιες φορές σταματούσε να μιλά μόλις εκείνη έμπαινε στο δωμάτιο.
«Ετοιμάζεις τη διαθήκη σου;» τον ρώτησε χαμογελώντας.
Εκείνος της χάιδεψε απαλά το μάγουλο.
«Απλώς τακτοποιώ κάποιες εκκρεμότητες.»
«Μπορώ να βοηθήσω;»
«Όχι ακόμη.»
Η απάντησή του ήταν ευγενική αλλά απόλυτη.
Η Νάνσι δεν επέμεινε.
Πίστεψε πως απλώς δεν ήθελε να τη φορτώσει με περισσότερες έγνοιες.
Ένα βράδυ, καθώς έβρεχε δυνατά έξω, ο Τόμας της ζήτησε να καθίσει δίπλα του.
«Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι.»
«Ό,τι θέλεις.»
«Όταν φύγω… μην κλειστείς ξανά στον εαυτό σου.»
Η Νάνσι ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.
«Μη μιλάς έτσι.»
«Άκουσέ με.»
Έσφιξε το χέρι της.
«Πέρασες όλη σου τη ζωή φροντίζοντας τους άλλους. Ήρθε η ώρα κάποιος να φροντίσει κι εσένα.»
Η Νάνσι χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
«Δεν υπάρχει κανείς.»
Ο Τόμας χαμογέλασε μυστηριωδώς.
«Είσαι σίγουρη γι' αυτό;»
Η απάντησή του της φάνηκε παράξενη.
Αλλά δεν πρόλαβε να τον ρωτήσει περισσότερα.
Η υγεία του επιδεινώθηκε πολύ γρήγορα.
Οι γιατροί αύξησαν τα φάρμακα.
Τα μηχανήματα δίπλα στο κρεβάτι του άρχισαν να χτυπούν όλο και συχνότερα.
Μια αυγή, λίγο πριν ξημερώσει, ο Τόμας άνοιξε αργά τα μάτια του.
Η Νάνσι κρατούσε το χέρι του.
«Είσαι εδώ…»
«Πάντα.»
Εκείνος χαμογέλασε.
«Τώρα μπορώ να φύγω ήσυχος.»
Έκλεισε τα μάτια του.
Και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα…
…η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά.
Η κηδεία έγινε δύο ημέρες μετά.
Ήταν μικρή και λιτή.
Όπως ακριβώς θα ήθελε ο ίδιος.
Η Νάνσι στάθηκε δίπλα στον τάφο μέχρι που έφυγε και ο τελευταίος άνθρωπος.
Δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε ξαναβρεί τον πρώτο της έρωτα μόνο για να τον χάσει έναν μήνα αργότερα.
Νόμιζε πως αυτό ήταν το τέλος της ιστορίας.
Όμως έκανε λάθος.
Γιατί το επόμενο πρωί…
…κάποιος χτύπησε την πόρτα της.
Ήταν ο δικηγόρος του Τόμας.
Κρατούσε ένα μικρό ξύλινο κουτί και έναν σφραγισμένο φάκελο.
Την κοίταξε σοβαρά και είπε:
«Κυρία Νάνσι… ο σύζυγός σας μου ζήτησε να σας πω κάτι αμέσως μετά την κηδεία.»
Η Νάνσι άνοιξε αργά την πόρτα.
Τότε ο δικηγόρος ψιθύρισε λόγια που πάγωσαν το αίμα της.
«Ο Τόμας σάς έστησε μια παγίδα… αλλά δεν ήσασταν ποτέ εσείς ο πραγματικός στόχος.»
(Συνεχίζεται στο Μέρος 3…)

0 comments:
Post a Comment