✈️ PART 2 — Η τσάντα
Ο Αλεξάντερ δεν κουνήθηκε.
«Μην την ανοίξεις», είπε.
Η φωνή του ήταν ήρεμη.
Πάρα πολύ ήρεμη.
«Δεν είχα σκοπό να την ανοίξω.»
«Καλά κάνεις.»
Κοίταξα την τσάντα.
«Είναι δική σου;»
«Όχι.»
Η απάντησή του με μπέρδεψε.
«Τότε γιατί την κοιτάς έτσι;»
Ο Αλεξάντερ πλησίασε και πήρε την τσάντα χωρίς να την αγγίξει.
«Γιατί αυτή η τσάντα δεν έπρεπε να βρίσκεται εδώ.»
Η αεροσυνοδός κοίταξε νευρικά προς την πόρτα της καμπίνας.
«Κύριε, ελέγξαμε όλες τις κάμερες πριν την απογείωση. Δεν υπήρχε αυτή η τσάντα στη θέση 14Β.»
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Ο Αλεξάντερ με κοίταξε.
«Σημαίνει ότι κάποιος την έβαλε εκεί μετά την επιβίβασή σου.»
«Μα... κανείς δεν μπήκε στην καμπίνα.»
«Ακριβώς.»
Άνοιξε το τηλέφωνό του και έκανε μια σύντομη κλήση.
«Κλείδωσε όλες τις επικοινωνίες του αεροσκάφους. Κανείς δεν μπαίνει και κανείς δεν βγαίνει από την καμπίνα.»
Το βλέμμα μου πάγωσε.
«Γιατί;»
«Επειδή κάποιος μέσα σε αυτό το αεροπλάνο μπορεί να συνεργάζεται με αυτούς που παραβίασαν τους λογαριασμούς μου.»
Τότε άκουσα έναν μικρό μεταλλικό ήχο.
Κάτι χτύπησε μέσα στην τσάντα.
Ο Αλεξάντερ σταμάτησε.
«Τι ήταν αυτό;»
Δεν απάντησα.
Εκείνος άνοιξε προσεκτικά την τσάντα.
Μέσα υπήρχε ένας μαύρος φάκελος.
Και ένας μικρός μεταλλικός δίσκος αποθήκευσης.
Ο Αλεξάντερ τον είδε και το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
«Αυτό δεν είναι οικονομικό αρχείο.»
«Τότε τι είναι;»
«Αρχεία.»
«Τι είδους αρχεία;»
Με κοίταξε.
«Αρχεία που μπορούν να καταστρέψουν ανθρώπους.»
Πριν προλάβω να ρωτήσω περισσότερα, το αεροπλάνο αναταράχθηκε.
Τα φώτα τρεμόπαιξαν.
Η αεροσυνοδός έπιασε το κάθισμά της.
«Κύριε... χάσαμε το δεύτερο σύστημα επικοινωνίας.»
Ο Αλεξάντερ δεν έδειξε πανικό.
Αυτό ήταν ίσως το πιο τρομακτικό.
«Πόση ώρα;»
«Τρία λεπτά.»
Εκείνος κοίταξε την οθόνη μπροστά του.
«Δεν είναι βλάβη.»
«Πώς το ξέρεις;»
«Επειδή κάποιος προσπαθεί να μας κάνει να φανούμε σαν να έχουμε βλάβη.»
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά.
«Δηλαδή;»
«Κάποιος θέλει να εξαφανιστεί αυτό το αεροπλάνο από τα συστήματα.»
Έμεινα ακίνητη.
«Θα πεθάνουμε;»
Ο Αλεξάντερ με κοίταξε.
«Όχι.»
«Πώς είσαι τόσο σίγουρος;»
Έσκυψε προς το μέρος μου.
«Γιατί πριν φύγω από τη Νέα Υόρκη, έλαβα μια απειλή.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
«Τι σου έγραφε;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Μετά είπε:
«Μου έγραφαν ότι αν πάρω μαζί μου κάτι που δεν έπρεπε, δεν θα φτάσω ποτέ στο Παρίσι.»
Κοίταξα την τσάντα.
«Και τώρα το έχεις.»
«Όχι», είπε.
«Τώρα το έχεις εσύ.»
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος από το πίσω μέρος του αεροπλάνου.
Η αεροσυνοδός φώναξε.
Ο Αλεξάντερ άρπαξε το χέρι μου.
«Μείνε πίσω μου.»
«Τι συμβαίνει;»
Δεν πρόλαβε να απαντήσει.
Η πόρτα της καμπίνας άνοιξε.
Και ένας άντρας που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μπήκε μέσα.
Στο χέρι του κρατούσε ένα όπλο.
«Την τσάντα», είπε.
Κοίταξε εμένα.
«Τώρα.»

0 comments:
Post a Comment