Μέρος 2: Η έρευνα που αποκάλυψε το πρώτο μεγάλο ψέμα
Ο Ράιαν κράτησε σφιχτά το τιμόνι.
Τα μάτια του ήταν ακόμα καρφωμένα στον δρόμο, αλλά το μυαλό του είχε μείνει πίσω... στη Μάρεν και στα δύο ξανθά δίδυμα που έμοιαζαν τόσο πολύ με εκείνον.
Η εικόνα δεν έφευγε από το μυαλό του.
Τα μικρά τους πρόσωπα.
Το βλέμμα της.
Η απόλυτη σιωπή με την οποία αγνόησε την ταπείνωση της Σελέστ.
Καμία γυναίκα που ένιωθε ένοχη δεν θα τον κοιτούσε έτσι.
Ήταν ένα βλέμμα πληγωμένο.
Όχι ένοχο.
«Λοιπόν;» είπε ενοχλημένη η Σελέστ.
«Μπορούμε να φύγουμε τώρα; Έχουμε ακόμα ραντεβού με τον διακοσμητή.»
Ο Ράιαν δεν απάντησε.
Έβαλε μπροστά τον κινητήρα.
Για αρκετά λεπτά δεν μιλούσε κανείς.
Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των ελαστικών πάνω στην άσφαλτο.
Τελικά, η Σελέστ έσπασε τη σιωπή.
«Ελπίζω να μην τη λυπήθηκες.»
Ο Ράιαν την κοίταξε για μια στιγμή.
«Γιατί το λες αυτό;»
Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Επειδή ξέρεις ποια είναι. Μια γυναίκα που πρόδωσε τον άντρα της. Μην ξεχνάς τι σου έκανε.»
Ο Ράιαν δεν απάντησε.
Μόνο που...
για πρώτη φορά μετά από δεκαοκτώ μήνες, δεν ήταν πια σίγουρος ότι θυμόταν πραγματικά τι είχε συμβεί.
Στο μυαλό του άρχισαν να επιστρέφουν οι τελευταίες εβδομάδες του γάμου τους.
Θυμήθηκε τη μέρα που η Σελέστ μπήκε βιαστικά στο γραφείο του.
Κρατούσε έναν φάκελο.
«Πρέπει να δεις κάτι.»
Μέσα υπήρχαν αντίγραφα τραπεζικών μεταφορών.
Μεγάλα χρηματικά ποσά έφευγαν από λογαριασμούς της εταιρείας προς έναν άνθρωπο που εργαζόταν για τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή τους.
«Δεν μπορεί...»
είχε ψιθυρίσει τότε.
Η Σελέστ τον κοίταξε με συμπόνια.
«Δεν ήθελα να το πιστέψω ούτε εγώ.»
Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκαν φωτογραφίες.
Η Μάρεν έμπαινε σε ένα ξενοδοχείο μαζί με έναν άντρα.
Οι εικόνες έμοιαζαν αδιάψευστες.
Και σαν να μην έφτανε αυτό...
μερικές ημέρες αργότερα βρέθηκε ένα οικογενειακό κειμήλιο της οικογένειας του Ράιαν μέσα στα προσωπικά αντικείμενα της Μάρεν.
Όλα έδειχναν το ίδιο πράγμα.
Προδοσία.
Ψέματα.
Κλοπή.
Εκείνος δεν είχε ζητήσει ποτέ εξηγήσεις.
Δεν είχε δώσει στη γυναίκα του την ευκαιρία να μιλήσει.
Είχε ουρλιάξει.
Την είχε κατηγορήσει.
Και μέσα σε λίγες εβδομάδες είχε καταθέσει αίτηση διαζυγίου.
Θυμόταν ακόμα τα τελευταία λόγια της.
«Ράιαν... σε παρακαλώ.»
Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα.
«Δεν είναι όπως φαίνεται.»
Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει.
«Σταμάτα να λες ψέματα.»
«Άσε με μόνο να σου εξηγήσω...»
«Δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο.»
Εκείνη έκλαιγε.
Εκείνος έφυγε.
Και δεν κοίταξε ποτέ πίσω.
Μέχρι σήμερα.
«Ράιαν!»
Η φωνή της Σελέστ τον επανέφερε στο παρόν.
«Με ακούς καθόλου;»
«Ναι.»
«Όχι, δεν με ακούς.»
Εκείνη αναστέναξε εκνευρισμένη.
«Εξαιτίας μιας γυναίκας που δεν αξίζει ούτε τη σκέψη σου.»
Ο Ράιαν σταμάτησε το αυτοκίνητο μπροστά σε ένα καφέ στο κέντρο της πόλης.
Η Σελέστ τον κοίταξε απορημένη.
«Γιατί σταματήσαμε;»
«Έχεις συνάντηση εδώ με τη φίλη σου, σωστά;»
«Ναι... αλλά...»
«Θα σε αφήσω εδώ.»
«Και εσύ;»
«Έχω μια επείγουσα δουλειά.»
Η Σελέστ συνοφρυώθηκε.
«Τι δουλειά;»
Ο Ράιαν την κοίταξε χωρίς καμία έκφραση.
«Κάτι που πρέπει να κάνω μόνος μου.»
Για πρώτη φορά από τότε που γνωρίζονταν, η Σελέστ δεν βρήκε τι να απαντήσει.
Πήρε την τσάντα της και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Καθώς απομακρυνόταν, ο Ράιαν την παρακολουθούσε από τον καθρέφτη.
Μόλις χάθηκε από το οπτικό του πεδίο...
πάτησε γκάζι.
Δέκα λεπτά αργότερα μπήκε στο ιδιωτικό του γραφείο.
Έκλεισε την πόρτα.
Τράβηξε τις κουρτίνες.
Πήρε το κινητό του.
Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που εμπιστευόταν απόλυτα.
Ένας άνθρωπος που είχε λύσει υποθέσεις τις οποίες η αστυνομία θεωρούσε αδύνατες.
Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Γκίντεον Πάικ.
Το τηλέφωνο χτύπησε δύο φορές.
«Γκίντεον.»
«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου.»
Η φωνή του Ράιαν ήταν πιο σοβαρή από ποτέ.
«Πες μου.»
«Θέλω να ερευνήσεις τα πάντα.»
«Τι ακριβώς;»
«Τη Μάρεν.»
Στην άλλη άκρη επικράτησε σιωπή.
«Μετά από δεκαοκτώ μήνες;»
«Ναι.»
«Γιατί τώρα;»
Ο Ράιαν έκλεισε για λίγο τα μάτια.
Η εικόνα των δύο μωρών εμφανίστηκε ξανά μπροστά του.
«Γιατί σήμερα την είδα.»
«Και;»
«Δεν ήταν μόνη.»
«Υπήρχε κάποιος μαζί της;»
Ο Ράιαν πήρε βαθιά ανάσα.
«Δύο δίδυμα αγοράκια.»
Ο Γκίντεον δεν μίλησε.
Ούτε ο Ράιαν.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ο ντετέκτιβ έσπασε τη σιωπή.
«Νομίζεις ότι είναι παιδιά σου.»
«Δεν ξέρω τι να πιστέψω πια.»
Η φωνή του έτρεμε.
«Θέλω να μάθω πού ήταν όλον αυτόν τον καιρό. Πώς ζει. Ποιος είναι ο πατέρας των παιδιών... αν υπάρχει.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Και θέλω να ανοίξεις ξανά ολόκληρο τον φάκελο του διαζυγίου μου.»
«Όλον;»
«Τα πάντα.»
«Ακόμα και τα στοιχεία που οδήγησαν στο διαζύγιο;»
«Κυρίως αυτά.»
Ο Γκίντεον έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Ύστερα είπε μόνο μία πρόταση.
«Αν ανοίξουμε αυτή την υπόθεση ξανά... μπορεί να ανακαλύψεις πράγματα που θα αλλάξουν όλη σου τη ζωή.»
Ο Ράιαν κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Νομίζω... ότι η ζωή μου έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.»
Τρεις ημέρες αργότερα...
ο Γκίντεον μπήκε στο γραφείο του κρατώντας έναν λεπτό καφέ φάκελο.
Το πρόσωπό του ήταν πιο σοβαρό από κάθε άλλη φορά.
Ο Ράιαν κατάλαβε αμέσως ότι μέσα σε εκείνον τον φάκελο κρυβόταν μια αλήθεια που ίσως να κατέστρεφε όσα πίστευε μέχρι σήμερα.
(Συνεχίζεται στο Μέρος 3...)

0 comments:
Post a Comment