Μέρος 4: Η Μάσκα του Τόμας Έπεσε
Άνοιξα την πόρτα όσο πιο ήρεμα μπορούσα.
Οι δύο αστυνομικοί χαμογέλασαν ευγενικά.
«Καλησπέρα, κύριε. Συγγνώμη για την ενόχληση. Κάνουμε έναν σύντομο έλεγχο στην περιοχή και θα θέλαμε να μιλήσουμε για λίγα λεπτά με όσους βρίσκονται μέσα.»
Ήξερα ότι δεν ήταν αλήθεια.
Ήξερα γιατί είχαν έρθει.
Κι όμως, έπρεπε να συνεχίσω το θέατρο.
«Βεβαίως, περάστε.»
Οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι με ήρεμες κινήσεις.
Η Καμίλ χαμήλωσε το βλέμμα.
Ο Τόμας είχε μείνει ακίνητος στην καρέκλα του.
Το πρόσωπό του είχε ασπρίσει.
«Καλησπέρα σας.»
είπε ένας από τους αστυνομικούς.
«Θα χρειαστούμε μόνο μια ταυτότητα από όλους όσοι βρίσκονται στο σπίτι.»
Δεν υπήρχε τίποτα παράξενο στο αίτημα.
Εγώ έδωσα αμέσως τη δική μου.
Η Καμίλ έκανε το ίδιο.
Ο Τόμας όμως δεν κουνήθηκε.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, κύριε;»
ρώτησε ήρεμα ο αστυνομικός.
Ο Τόμας χαμογέλασε αμήχανα.
«Όχι... φυσικά.»
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του μπουφάν του.
Όμως αντί για το πορτοφόλι του...
ένα μικρό πορτοκαλί πλαστικό μπουκαλάκι γλίστρησε από την τσέπη του και έπεσε στο πάτωμα.
Το καπάκι άνοιξε.
Δεκάδες χάπια σκορπίστηκαν στο ξύλινο πάτωμα.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν απόλυτη.
Ο ένας αστυνομικός έσκυψε και πήρε το μπουκαλάκι.
Το περιεργάστηκε για λίγα δευτερόλεπτα.
«Δεν υπάρχει ετικέτα.»
είπε.
«Τι περιέχει;»
Ο Τόμας δεν απάντησε.
«Είναι... φάρμακα.»
ψέλλισε.
«Για ποιον λόγο;»
Καμία απάντηση.
«Έχετε συνταγή;»
Πάλι σιωπή.
Ο δεύτερος αστυνομικός έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Κύριε, θα χρειαστεί να μας ακολουθήσετε.»
Και τότε...
ο Τόμας πανικοβλήθηκε.
Με μια απότομη κίνηση έσπρωξε την καρέκλα πίσω του και όρμησε προς την εξώπορτα.
«Τόμας!»
φώναξε η Καμίλ τρομαγμένη.
Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε τρία βήματα.
Οι δύο αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν αμέσως.
Προσπάθησε να αντισταθεί.
Φώναζε.
Έβριζε.
Ήταν σαν να έβλεπα έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο από εκείνον που καθόταν λίγα λεπτά πριν στο τραπέζι μου.
Η ευγένεια είχε εξαφανιστεί.
Η μάσκα είχε πέσει.
Μέσα στην αναστάτωση, η Καμίλ άρχισε να τρέμει.
Έτρεξα κοντά της.
Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, έπεσε στην αγκαλιά μου και ξέσπασε σε λυγμούς.
Έκλαιγε όπως δεν την είχα ξαναδεί ποτέ.
«Συγγνώμη...»
ψιθύρισε.
«Συγγνώμη που δεν σου το είπα...»
Την κράτησα σφιχτά.
«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη.»
της είπα.
«Είσαι ασφαλής τώρα.»
Ένας από τους αστυνομικούς πλησίασε διακριτικά.
«Κύριε Λοράν...»
είπε χαμηλόφωνα.
«Ο άντρας αυτός είχε ήδη απασχολήσει τις αρχές.»
«Θα χρειαστεί να μιλήσουμε με την κόρη σας όταν θα είναι έτοιμη.»
Έγνεψα καταφατικά.
Δεν ήθελα να μάθω τίποτα εκείνη τη στιγμή.
Το μόνο που με ένοιαζε ήταν ότι η Καμίλ βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά μου.
Ζωντανή.
Ασφαλής.
Όμως λίγες ώρες αργότερα, όταν καθίσαμε μόνοι οι δυο μας στο σαλόνι, η κόρη μου αποκάλυψε όλη την αλήθεια...
και κάθε λέξη που άκουσα έκανε την καρδιά μου να ραγίζει ακόμη περισσότερο.
Συνεχίζεται στο Μέρος 5…

0 comments:
Post a Comment