ΜΕΡΟΣ 3
Το ασανσέρ σταμάτησε αργά στον τέταρτο όροφο.
Η πόρτα άνοιξε και ο διάδρομος ήταν ήσυχος, τόσο ήσυχος που μπορούσα να ακούσω τον ίδιο μου τον χτύπο της καρδιάς.
Η νοσοκόμα περπατούσε μπροστά μου χωρίς να μιλά.
Στο τέλος του διαδρόμου στάθηκε μπροστά σε ένα μικρό δωμάτιο.
«Είναι εδώ», ψιθύρισε.
Έσπρωξα την πόρτα.
Η Πατρίσια βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο.
Δεν ήταν το ιδιωτικό δωμάτιο που μου περιέγραφε ο Μάικλ κάθε βράδυ.
Δεν υπήρχε τηλεόραση.
Δεν υπήρχαν λουλούδια.
Δεν υπήρχε κανείς μαζί της.
Μόνο τέσσερα κρεβάτια στον ίδιο θάλαμο και μια γυναίκα που είχε χάσει σχεδόν κάθε δύναμη.
Μόλις με είδε, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Έμιλι...»
Έτρεξα κοντά της και της έπιασα το χέρι.
Ήταν παγωμένο.
«Είμαι εδώ... Συγγνώμη που άργησα.»
Η Πατρίσια άρχισε να κλαίει.
«Προσπάθησα... προσπάθησα να σου τηλεφωνήσω τόσες φορές...»
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
«Το ξέρω τώρα.»
«Μου έπαιρνε κάθε φορά το τηλέφωνο... Έκλεβε τα γράμματα... Δεν ήθελε να μάθεις ποτέ την αλήθεια.»
Δεν μπορούσα να πιστέψω όσα άκουγα.
«Γιατί;»
Η Πατρίσια έκλεισε τα μάτια της.
«Γιατί είχε ήδη άλλη ζωή...»
Τα λόγια της έπεσαν πάνω μου σαν πέτρες.
«Τον άκουσα να μιλά μαζί της... Μιλούσαν για το μωρό... Για το σπίτι που νοίκιασαν... Για τα χρήματα που του έδινες...»
Ένιωσα ότι δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Όλα όσα είχα πιστέψει...
Όλα όσα είχα πληρώσει...
Όλα ήταν ψέματα.
Η νοσοκόμα μου έδωσε έναν φάκελο.
«Η Πατρίσια μού ζήτησε να σου τον κρατήσω.»
Τον άνοιξα με τρεμάμενα χέρια.
Μέσα υπήρχαν φωτοτυπίες τραπεζικών κινήσεων.
Οι επιταγές που έγραφα κάθε εβδομάδα.
Οι καταθέσεις.
Και δίπλα...
Πληρωμές για ενοίκιο.
Κοσμήματα.
Δείπνα.
Ξενοδοχεία.
Τίποτα δεν είχε πάει στη θεραπεία της.
Ούτε ένα ευρώ.
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν.
Η νοσοκόμα με κράτησε πριν πέσω.
«Υπάρχει κι άλλο.»
Με οδήγησε ξανά στο μικρό γραφείο.
Άνοιξε ακόμη ένα αρχείο στον υπολογιστή.
Αυτή τη φορά δεν ήταν κάμερα ασφαλείας.
Ήταν ηχογράφηση.
Η φωνή του Μάικλ ακούστηκε καθαρά.
«Μόλις υπογράψει άλλη μία επιταγή, θα τελειώσουμε. Μετά θα της ζητήσω διαζύγιο.»
Ακολούθησε η φωνή μιας γυναίκας.
«Και η μητέρα σου;»
Ο Μάικλ γέλασε.
Ένα γέλιο που δεν είχα ξανακούσει ποτέ.
«Δεν με ενδιαφέρει. Έτσι κι αλλιώς δεν θα ζήσει για πολύ.»
Έκλεισα απότομα την οθόνη.
Δεν άντεχα άλλο.
Ο άντρας που αγαπούσα δεκαπέντε χρόνια...
Δεν ήταν απλώς άπιστος.
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε εγκαταλείψει ακόμη και τη μητέρα του.
Σκούπισα τα δάκρυά μου και κοίταξα την Πατρίσια.
«Σου το υπόσχομαι...»
Έσφιξα το χέρι της δυνατά.
«Από σήμερα δεν θα είσαι ποτέ ξανά μόνη σου.»
Εκείνη χαμογέλασε αδύναμα.
Και για πρώτη φορά μετά από έναν μήνα...
Ένιωσα πως δεν ήμουν πλέον το θύμα της ιστορίας.
Ήμουν η γυναίκα που θα την τελείωνε.
(Συνεχίζεται στο Μέρος 4

0 comments:
Post a Comment