ΜΕΡΟΣ 3
# Το μυστικό που έκρυβε ο Μάρκος
## Μέρος 3 — Η γυναίκα που εμπιστευόταν
Δεν έφυγα αμέσως για το παλιό μας σπίτι.
Έμεινα μέσα στο αυτοκίνητο, με τα χέρια μου σφιγμένα πάνω στο τιμόνι, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη όσα είχα μόλις ακούσει.
Η Άννα ήξερε ότι είχα βρει το τηλέφωνο.
Αυτό ήταν το μόνο πράγμα που δεν μπορούσα να εξηγήσω.
Κανείς δεν γνώριζε για την εργαλειοθήκη.
Κανείς δεν ήξερε ότι είχα βρει το κινητό.
Κανείς, εκτός αν...
Κάποιος με παρακολουθούσε.
Κοίταξα στον καθρέφτη.
Ένα σκούρο αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο στην απέναντι πλευρά του δρόμου.
Δεν το είχα προσέξει πριν.
Έμεινα ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα.
Το αυτοκίνητο δεν κινούνταν.
Έβαλα μπροστά.
Δεν πήγα στο παλιό σπίτι.
Πήγα πρώτα σε ένα μικρό καφέ στην άλλη πλευρά της πόλης, όπου ήξερα ότι δεν θα με έβλεπε κανείς που γνώριζα.
Κλείδωσα το αυτοκίνητο και κάθισα στη γωνία.
Έβγαλα το τηλέφωνο του Μάρκου.
Το τελευταίο βίντεο ήταν ακόμα εκεί.
Το έπαιξα ξανά.
«...πριν ανακαλύψω ποια πραγματικά είναι.»
Η εικόνα σταμάτησε.
Ποια πραγματικά είναι;
Ο Μάρκος δεν είχε πει ποτέ κακή κουβέντα για την Άννα.
Το αντίθετο.
Ήταν από τους ανθρώπους που εμπιστευόταν περισσότερο.
Όταν είχαμε προβλήματα στον γάμο μας, η Άννα ήταν πάντα εκεί.
Όταν ο Μάρκος αρρώστησε, εκείνη ερχόταν μαζί μου στο νοσοκομείο.
Όταν πέθανε, εκείνη ήταν αυτή που με αγκάλιασε πρώτη.
Και τώρα το όνομά της βρισκόταν μέσα στα κρυφά αρχεία του.
Έψαξα ξανά τις φωτογραφίες.
Αυτή τη φορά παρατήρησα κάτι που δεν είχα προσέξει.
Σε κάθε φωτογραφία όπου εμφανιζόταν η Άννα, υπήρχε στο βάθος το ίδιο μαύρο αυτοκίνητο.
Η πρώτη φωτογραφία ήταν έξω από ένα καφέ.
Η δεύτερη έξω από το νοσοκομείο.
Η τρίτη έξω από ένα ξενοδοχείο.
Και η τέταρτη...
Ήταν έξω από το παλιό μας σπίτι.
Το ίδιο αυτοκίνητο.
Ίσως ήταν σύμπτωση.
Αλλά μετά θυμήθηκα το αυτοκίνητο που είχα δει απέναντι από το σπίτι μου.
Το ίδιο μοντέλο.
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά πιο γρήγορα.
Άνοιξα ένα άλλο αρχείο.
Ήταν ένα αντίγραφο μιας παλιάς ασφαλιστικής σύμβασης.
Το όνομα του δικαιούχου ήταν διαφορετικό από αυτό που θυμόμουν.
Το διάβασα ξανά.
Και ξανά.
Ο Μάρκος είχε αλλάξει τη δικαιούχο μόλις δύο εβδομάδες πριν από τον θάνατό του.
Γιατί;
Και γιατί δεν μου το είχε πει;
Τότε το τηλέφωνο χτύπησε.
Αυτή τη φορά ήταν η Άννα.
Κοίταξα το όνομά της στην οθόνη.
Δεν απάντησα.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ήρθε μήνυμα.
**«Πού είσαι;»**
Δεν απάντησα.
Ένα δεύτερο μήνυμα.
**«Σε χρειάζομαι. Πρέπει να μιλήσουμε.»**
Και μετά ένα τρίτο.
**«Βρήκες κάτι, έτσι δεν είναι;»**
Το αίμα μου πάγωσε.
Δεν μπορούσε να είναι σύμπτωση.
Άφησα το τηλέφωνο πάνω στο τραπέζι.
Τότε κατάλαβα ότι έπρεπε να πάω στο παλιό σπίτι.
Όχι αύριο.
Τώρα.
---
Το σπίτι βρισκόταν στην άκρη μιας ήσυχης γειτονιάς.
Είχα να το δω σχεδόν έξι χρόνια.
Όταν έφτασα, ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα.
Η αυλή ήταν διαφορετική.
Το παλιό δέντρο που είχαμε φυτέψει μαζί είχε μεγαλώσει.
Τα παράθυρα είχαν αλλάξει.
Αλλά η μπροστινή πόρτα ήταν ίδια.
Πλησίασα.
Το κλειδί που είχα κρατήσει όλα αυτά τα χρόνια ήταν ακόμα στην τσέπη μου.
Δεν ήξερα γιατί δεν το είχα πετάξει ποτέ.
Τώρα κατάλαβα.
Το κλειδί γύρισε.
Η πόρτα άνοιξε.
Μπήκα μέσα.
Το σπίτι ήταν άδειο.
Μύριζε σκόνη και παλιό ξύλο.
Προχώρησα στο σαλόνι.
Εκεί όπου είχαμε γιορτάσει τα πρώτα μας Χριστούγεννα.
Εκεί όπου ο Μάρκος μου είχε κάνει πρόταση γάμου.
Εκεί όπου είχαμε καθίσει τη νύχτα πριν φύγουμε.
Έβγαλα το τηλέφωνο.
Άνοιξα ξανά το αρχείο με τη διεύθυνση.
Κάτω από τη διεύθυνση υπήρχε μια δεύτερη γραμμή που δεν είχα προσέξει.
**«Εκεί όπου έκρυψα το πρώτο γράμμα.»**
Πρώτο γράμμα;
Πήγα κατευθείαν στο παλιό γραφείο του Μάρκου.
Άνοιξα τα συρτάρια.
Άδεια.
Άνοιξα το τελευταίο.
Τίποτα.
Τότε θυμήθηκα κάτι.
Ο Μάρκος είχε πάντα ένα χαλαρό ξύλο κάτω από το γραφείο.
Γονάτισα.
Το βρήκα.
Σήκωσα το ξύλο.
Υπήρχε ένας μικρός μεταλλικός φάκελος.
Τον άνοιξα.
Μέσα υπήρχε ένα γράμμα.
Η ημερομηνία ήταν έξι μήνες πριν από τον θάνατό του.
Το άνοιξα.
Η πρώτη γραμμή με έκανε να σταματήσω.
**«Αγάπη μου, αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, τότε κάτι πήγε πολύ στραβά.»**
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
Συνέχισα.
Ο Μάρκος έγραφε ότι είχε ανακαλύψει κάτι σχετικά με τα οικονομικά της εταιρείας του.
Κάποιος έκλεβε χρήματα.
Όχι λίγα.
Εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
Και τα χρήματα κατέληγαν σε έναν λογαριασμό που δεν γνώριζε.
Στο τέλος του γράμματος υπήρχε ένα όνομα.
**Άννα.**
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
Αλλά ακριβώς από κάτω υπήρχε μια δεύτερη πρόταση.
**«Δεν πιστεύω ότι η Άννα είναι αυτή που το κάνει.»**
Σταμάτησα.
Άρα γιατί την παρακολουθούσε;
Γιατί είχε φωτογραφίες της;
Γιατί μου είχε πει να μην την εμπιστευτώ;
Γύρισα το γράμμα.
Στην πίσω πλευρά υπήρχε μια μικρή σημείωση.
**«Η Άννα προσπαθεί να με βοηθήσει. Αλλά κάποιος χρησιμοποιεί το όνομά της.»**
Τότε άκουσα έναν θόρυβο.
Ένα τρίξιμο.
Πάγωσα.
Κάποιος βρισκόταν μέσα στο σπίτι.
Έκλεισα αμέσως το φως.
Έμεινα ακίνητη.
Βήματα ακούστηκαν στον διάδρομο.
Αργά.
Προσεκτικά.
Κάποιος πλησίαζε.
Έπιασα το τηλέφωνο του Μάρκου.
Η οθόνη άναψε ξαφνικά.
Ένα νέο αρχείο εμφανίστηκε.
**«ΜΗΝ ΦΥΓΕΙΣ. ΚΡΥΨΟΥ.»**
Τα βήματα σταμάτησαν ακριβώς έξω από την πόρτα.
Και τότε άκουσα μια φωνή.
«Ξέρω ότι είσαι εδώ.»
Δεν ήταν η Άννα.
Ήταν ένας άντρας.
Και αμέσως μετά είπε κάτι που έκανε την καρδιά μου να σταματήσει.
«Ο Μάρκος δεν πρόλαβε να σου πει ποιος τον πρόδωσε.»
Μια παύση.
«Αλλά εγώ μπορώ να σου το πω.»
Η πόρτα άρχισε να ανοίγει.

0 comments:
Post a Comment