ΜΕΡΟΣ 2 — Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ WHITMORE
Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Γύρισα στο σπίτι μου λίγο μετά τα μεσάνυχτα, αλλά τίποτα δεν έμοιαζε ίδιο.
Οι πίνακες στους τοίχους.
Οι φωτογραφίες των προγόνων μου.
Το τεράστιο γραφείο του παππού μου.
Όλα έμοιαζαν ξαφνικά σαν σκηνικά μιας ιστορίας που κάποιος είχε γράψει χωρίς να μου επιτρέψει να διαβάσω το τέλος.
Στις δύο το πρωί άνοιξα το χρηματοκιβώτιο του πατέρα μου.
Δεν ήξερα τον κωδικό.
Όμως ήξερα κάτι που ο πατέρας μου δεν είχε υπολογίσει ποτέ.
Την ημερομηνία γέννησης του παππού μου.
Ο κωδικός λειτούργησε.
Μέσα υπήρχαν συμβόλαια, τραπεζικοί λογαριασμοί και παλιοί φάκελοι.
Βρήκα έναν φάκελο με το όνομα του Νέιθαν.
Άνοιξα τον φάκελο.
Η πρώτη σελίδα ήταν ένα πιστοποιητικό γέννησης.
Ο πατέρας του Νέιθαν αναφερόταν ως Edward Whitmore.
Ο παππούς μου.
Κάθισα στην καρέκλα.
«Θεέ μου…» ψιθύρισα.
Ο Νέιθαν ήταν ετεροθαλής αδελφός του πατέρα μου.
Αλλά αυτό δεν ήταν το χειρότερο.
Στη δεύτερη σελίδα υπήρχε ένα συμφωνητικό που έδειχνε ότι η μητέρα του Νέιθαν είχε λάβει χρήματα για να απομακρυνθεί από την οικογένεια.
Στην τρίτη σελίδα υπήρχε κάτι ακόμη πιο σοκαριστικό.
Ο παππούς μου είχε αφήσει στον Νέιθαν δικαίωμα σε ένα σημαντικό ποσοστό της εταιρείας.
Μόνο που το δικαίωμα αυτό είχε εξαφανιστεί.
Το είχε ακυρώσει ο πατέρας μου.
«Γιατί;» φώναξα μόνος μου.
Τότε άκουσα θόρυβο πίσω μου.
Γύρισα.
Ο πατέρας μου στεκόταν στην πόρτα.
Δεν τον είχα ακούσει να μπαίνει.
«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε.
Κράτησα το έγγραφο στο χέρι μου.
«Ψάχνω την αλήθεια.»
Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
«Κλείσε αυτόν τον φάκελο.»
«Ο Νέιθαν ήταν γιος του παππού.»
Σιωπή.
«Ήταν αδελφός σου.»
«Άντριαν…»
«Και του πήρες την κληρονομιά.»
Ο πατέρας μου πλησίασε.
«Δεν ξέρεις τι συνέβη.»
«Τότε πες μου.»
Δεν απάντησε.
«Πες μου!» φώναξα.
Εκείνος κοίταξε προς το παράθυρο.
«Ο Νέιθαν δεν ήταν τόσο αθώος όσο νομίζεις.»
«Τι έκανε;»
«Με απείλησε.»
«Γιατί;»
«Επειδή ήθελε να αποκαλύψει κάτι.»
«Τι;»
Ο πατέρας μου με κοίταξε.
«Τον πραγματικό λόγο που πέθανε.»
Πάγωσα.
«Τι εννοείς;»
Ο πατέρας μου δεν μίλησε.
Εγώ έκανα ένα βήμα προς το μέρος του.
«Ο Νέιθαν δεν πέθανε σε ατύχημα;»
Το βλέμμα του ήταν η απάντηση.
Πριν προλάβω να τον πιέσω περισσότερο, το τηλέφωνό του χτύπησε.
Κοίταξε την οθόνη.
Ήταν ο Ρέιμοντ.
Ο πατέρας μου απάντησε.
«Τον βρήκε.»
Μια μικρή παύση.
«Τότε πάρτε τον φάκελο.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Ποιον φάκελο;» ρώτησα.
Ο πατέρας μου με κοίταξε.
«Αυτόν που έχει η Μαρίσα.»
Κατάλαβα.
Η οικογένειά μου δεν ήθελε απλώς να κρύψει την αλήθεια.
Ήθελε να την εξαφανίσει ξανά.
Και αυτή τη φορά δεν θα το επέτρεπα.
Το επόμενο πρωί πήγα στη Μαρίσα.
Τη βρήκα να ταΐζει τον Όουεν.
«Πρέπει να φύγεις από το σπίτι μου», της είπα.
Τα μάτια της γέμισαν φόβο.
«Με απολύετε;»
«Όχι.»
Έσκυψα προς το μέρος της.
«Σε προστατεύω.»
«Από ποιον;»
Κοίταξα την πόρτα.
«Από την οικογένειά μου.»
Η Μαρίσα άρχισε να κλαίει.
«Είναι πολύ αργά, Άντριαν.»
«Γιατί;»
Έβγαλε μια φωτογραφία από την τσάντα της.
Ήταν ο Νέιθαν.
Κρατούσε τον Όουεν στην αγκαλιά του.
Στο πίσω μέρος υπήρχε γραμμένο με το χέρι του:
«Αν συμβεί κάτι σε μένα, εμπιστεύσου μόνο τον Άντριαν.»
Την κοίταξα σοκαρισμένος.
«Γιατί έγραψε το όνομά μου;»
Η Μαρίσα απάντησε:
«Γιατί πριν πεθάνει, ο Νέιθαν σε γνώρισε.»
«Δεν τον γνώρισα ποτέ.»
«Τον γνώρισες.»
Έβγαλε άλλη μία φωτογραφία.
Και τότε αναγνώρισα τον εαυτό μου.
Ήμουν δεκαεννέα ετών.
Ο Νέιθαν στεκόταν δίπλα μου.
Και ξαφνικά θυμήθηκα.
Εκείνη τη μέρα.
Εκείνον τον άντρα.
Εκείνη τη σύντομη συνομιλία που είχα ξεχάσει.
Ο Νέιθαν με είχε προειδοποιήσει.
«Μην εμπιστεύεσαι ποτέ τον άνθρωπο που νομίζεις ότι είναι ο πατέρας σου.»
Τότε δεν κατάλαβα.
Τώρα άρχισα να καταλαβαίνω.
Και εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Ήταν η αστυνομία.
«Κύριε Γουίτμορ, πρέπει να έρθετε αμέσως.»
«Για ποιο λόγο;»
«Βρήκαμε κάτι που αφορά τον θάνατο του Νέιθαν Κιν.»
Η φωνή του αξιωματικού χαμήλωσε.
«Και το όνομά σας βρίσκεται μέσα στα στοιχεία.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment