ΜΕΡΟΣ 2 — Ο ΦΑΚΕΛΟΣ ΠΟΥ ΕΚΡΥΒΕ Ο ΜΠΡΟΥΝΟ
Ο άντρας στεκόταν στην πόρτα χωρίς να κουνιέται.
Ήταν γύρω στα εξήντα, με γκρίζα μαλλιά και ένα σημάδι πάνω από το αριστερό φρύδι.
Δεν τον είχα ξαναδεί.
Ο παππούς όμως τον γνώριζε.
Και από τον τρόπο που τον κοίταξε, κατάλαβα ότι τον φοβόταν.
«Ποιος είσαι;» ρώτησα.
Ο άντρας δεν απάντησε αμέσως.
Κοίταξε το μωρό στην αγκαλιά του Μπρούνο.
Ύστερα εμένα.
«Εσύ πρέπει να είσαι η Κλόβερ.»
«Ναι.»
«Μοιάζεις πολύ στη μητέρα σου.»
Ο παππούς χτύπησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι.
«Μη μιλάς για εκείνη.»
Ο άντρας άφησε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι.
«Δεν ήρθα για να σε πληγώσω, Μπρούνο. Ήρθα επειδή δεν υπάρχει άλλος χρόνος.»
Πλησίασα.
«Τι είναι αυτό;»
Ο παππούς προσπάθησε να μου πάρει τον φάκελο.
Τον τράβηξα πριν προλάβει.
«Όχι.»
Για πρώτη φορά στη ζωή μου, του μίλησα τόσο απότομα.
«Αρκετά.»
Άνοιξα τον φάκελο.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες.
Παλιές φωτογραφίες.
Μία γυναίκα στεκόταν μπροστά από ένα σπίτι.
Ήταν η μητέρα μου.
Αναγνώρισα αμέσως το πρόσωπό της.
Δίπλα της στεκόταν ένας άντρας που δεν γνώριζα.
Και δίπλα του…
ένα αγόρι.
Ήταν μικρό.
Ίσως επτά ή οκτώ ετών.
Αλλά ήξερα το πρόσωπό του.
Ήταν ο Λουκ.
«Αυτός είναι ο Λουκ;»
Ο άντρας έγνεψε.
«Ναι.»
Κοίταξα τον παππού.
«Γιατί υπάρχει φωτογραφία του Λουκ μαζί με τη μητέρα μου;»
Ο Μπρούνο δεν απάντησε.
«Παππού!»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Γιατί ήσουν μόλις τεσσάρων ετών όταν συνέβη το δυστύχημα.»
«Ποιο δυστύχημα;»
«Το τροχαίο που σκότωσε τους γονείς σου.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά.
«Τι σχέση έχει ο Λουκ;»
Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ο Λουκ ήταν μέσα στην ιστορία από την αρχή.»
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Οι οικογένειες των γονιών σου και των Στέρλινγκ είχαν μια παλιά οικονομική διαμάχη. Κάποιος προσπάθησε να εξαφανίσει στοιχεία. Κάποιος άλλος προσπάθησε να προστατεύσει ανθρώπους.»
«Και οι γονείς μου;»
Ο άντρας χαμήλωσε τη φωνή.
«Δεν είμαστε πλέον σίγουροι ότι ο θάνατός τους ήταν απλώς ένα ατύχημα.»
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
Ο κόσμος μου είχε αρχίσει να αλλάζει.
Ο παππούς σηκώθηκε.
«Σταμάτα.»
«Πρέπει να μάθει.»
«Όχι έτσι!»
«Τότε πες της εσύ.»
Ο Μπρούνο έκλεισε τα μάτια.
Ύστερα γύρισε προς εμένα.
«Τη νύχτα που πέθαναν οι γονείς σου, είχα βρει κάτι.»
«Τι;»
«Ένα γράμμα.»
«Από ποιον;»
Δεν απάντησε.
«Από τον πατέρα του Λουκ.»
Ένιωσα να παγώνω.
«Και γιατί δεν μου το είπες ποτέ;»
Ο παππούς κοίταξε το πάτωμα.
«Επειδή φοβόμουν ότι, αν μάθαινες την αλήθεια, θα σε έψαχναν.»
«Ποιοι;»
Σιωπή.
«Ποιοι, παππού;»
Ο άντρας απάντησε αντί γι' αυτόν.
«Οι άνθρωποι που ήθελαν να μείνει η αλήθεια θαμμένη.»
Τότε το κινητό μου χτύπησε.
Άγνωστος αριθμός.
Σήκωσα το τηλέφωνο.
«Παρακαλώ;»
Κανείς δεν μίλησε.
Άκουσα μόνο αναπνοή.
Ύστερα μια αντρική φωνή.
«Μην εμπιστεύεσαι τον Μπρούνο.»
Πάγωσα.
«Ποιος είσαι;»
«Ρώτησέ τον τι συνέβη το βράδυ που πέθαναν οι γονείς σου.»
Η γραμμή έκλεισε.
Κοίταξα τον παππού.
«Ποιος ήταν;»
Δεν απάντησε.
«Παππού;»
Τότε παρατήρησα κάτι.
Τα χέρια του έτρεμαν.
«Πρέπει να φύγεις από εδώ.»
«Τι;»
«Πάρε το μωρό και φύγε.»
«Γιατί;»
«Επειδή τώρα ξέρουν ότι έχεις το παιδί.»
«Ποιοι;»
Ο άντρας που είχε φέρει τον φάκελο πλησίασε.
«Οι Στέρλινγκ.»
Η καρδιά μου σταμάτησε για μια στιγμή.
«Ο Λουκ;»
«Δεν ξέρουμε.»
«Πώς δεν ξέρετε;»
«Επειδή ο Λουκ εξαφανίστηκε για έναν λόγο.»
«Ποιον;»
Ο άντρας με κοίταξε.
«Προσπαθούσε να σε προστατεύσει.»
Ένιωσα δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια μου.
«Τότε γιατί έφυγε;»
«Επειδή είχε μάθει ποια είσαι πραγματικά.»
«Τι σημαίνει αυτό;»
Κανείς δεν μίλησε.
Ο παππούς άνοιξε ένα συρτάρι.
Έβγαλε ένα δεύτερο έγγραφο.
Το άφησε μπροστά μου.
«Αυτό δεν το έχει δει κανείς εδώ και είκοσι επτά χρόνια.»
Το άνοιξα.
Ήταν ένα πιστοποιητικό γέννησης.
Το όνομα της μητέρας μου βρισκόταν εκεί.
Αλλά δίπλα στο όνομα του πατέρα μου υπήρχε κάτι που δεν είχα ξαναδεί.
Ένα δεύτερο επώνυμο.
Στέρλινγκ.
Σήκωσα το βλέμμα μου.
«Τι είναι αυτό;»
Ο Μπρούνο δεν μπορούσε πλέον να κρύψει τα δάκρυά του.
«Ο πατέρας σου είχε αλλάξει το όνομά του πριν από τη γέννησή σου.»
«Γιατί;»
«Για να σε προστατεύσει από τη δική του οικογένεια.»
Τότε ακούστηκε ένας θόρυβος έξω.
Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι.
Ο άντρας κοίταξε από το παράθυρο.
«Είναι αυτοί.»
«Ποιοι;»
Έσκυψε και πήρε τον φάκελο.
«Ήρθαν για το παιδί.»
Ο Μπρούνο άρπαξε το χέρι μου.
«Κλόβερ, ό,τι κι αν ακούσεις απόψε… μην τους δώσεις ποτέ τη μικρή.»
Και τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Ένα.
Δύο.
Τρία.
Και μια γνώριμη φωνή ακούστηκε από την άλλη πλευρά.
«Κλόβερ… άνοιξέ μου.»
Ήταν ο Λουκ.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment