ΜΕΡΟΣ 5 — Η τελευταία φορά που τον κοίταξα στα μάτια
Ο Adrian στεκόταν μόνος στον διάδρομο.
Το κοστούμι που είχε αγοράσει για τον δικό μας γάμο ήταν ακόμα πάνω του.
Το ίδιο κοστούμι που κάποτε με έκανε να χαμογελάω.
Τώρα μου προκαλούσε μόνο ένα παράξενο κενό.
Η Colleen είχε ακουμπήσει στον τοίχο.
Έκλαιγε.
Ο Julian είχε απομακρυνθεί προς την αίθουσα για να μιλήσει στους καλεσμένους.
Η Sarah είχε φύγει με τον πατέρα της.
Και ο Adrian…
στεκόταν μπροστά μου χωρίς κανέναν να μπορεί να τον σώσει.
Για πρώτη φορά δεν υπήρχε κανείς να αποφασίσει για εκείνον.
Κανείς να του πει τι να κάνει.
Κανείς να κρύψει την αλήθεια.
«Meredith.»
Δεν απάντησα.
«Σε παρακαλώ.»
Γύρισα προς το μέρος του.
«Τι θέλεις;»
«Να με ακούσεις.»
«Σε άκουγα για χρόνια.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν ήξερα πώς να σου πω ότι ήθελα να φύγω.»
«Θα μπορούσες να πεις δύο λέξεις.»
Σήκωσε τα μάτια.
«Ποιες;»
«Δεν σε αγαπώ πια.»
Έμεινε σιωπηλός.
«Ή “δεν θέλω να παντρευτώ”.»
Η φωνή μου έτρεμε.
«Θα πονούσα. Θα έκλαιγα. Θα διαλυόμουν. Αλλά θα ήξερα την αλήθεια.»
«Φοβήθηκα.»
«Κι εγώ φοβόμουν.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Αλλά εγώ έμεινα.»
Ο Adrian δεν μίλησε.
«Εσύ έφυγες με τον πιο σκληρό τρόπο που μπορούσες να επιλέξεις.»
«Δεν ήθελα να σε καταστρέψω.»
«Κι όμως το έκανες.»
Έμεινε ακίνητος.
«Για τρεις μήνες πίστευα ότι έχασα τον άνθρωπο που αγαπούσα.»
Πήρα ανάσα.
«Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»
Δεν απάντησε.
«Ξυπνούσα και για λίγα δευτερόλεπτα ξεχνούσα ότι πέθανες.»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Και μετά θυμόμουν.»
Έσφιξα τα χείλη μου.
«Κάθε μέρα.»
Ο Adrian έσκυψε το κεφάλι.
«Συγγνώμη.»
Αυτή τη φορά δεν γέλασα.
Δεν φώναξα.
Απλώς τον κοίταξα.
«Η συγγνώμη σου δεν μπορεί να μου επιστρέψει αυτούς τους τρεις μήνες.»
«Το ξέρω.»
«Δεν μπορεί να σβήσει την κηδεία.»
«Το ξέρω.»
«Δεν μπορεί να αλλάξει το ότι με άφησες να θρηνήσω έναν ζωντανό άνθρωπο.»
«Το ξέρω.»
Και τότε ένιωσα κάτι μέσα μου να ηρεμεί.
Όχι επειδή τον συγχώρεσα.
Δεν τον είχα συγχωρήσει.
Αλλά επειδή επιτέλους δεν υπήρχαν άλλες ερωτήσεις.
Είχα την απάντηση.
Ο Adrian δεν είχε πεθάνει.
Είχε επιλέξει να φύγει.
Και αυτό ήταν όλο.
Κοίταξα προς την αίθουσα.
Τα λουλούδια που είχα τοποθετήσει ήταν ακόμα στη θέση τους.
Λευκά τριαντάφυλλα.
Πράσινο.
Κεριά.
Όλα ήταν όμορφα.
Παράξενα όμορφα.
Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Σαν να μην είχε μόλις καταρρεύσει ένας ολόκληρος κόσμος.
Πήρα την τσάντα μου.
Ο Adrian έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
«Meredith…»
Σήκωσα το χέρι μου.
«Μην.»
Σταμάτησε.
«Δεν θέλω άλλη εξήγηση.»
«Μπορώ να σου εξηγήσω—»
«Όχι.»
Τον κοίταξα για τελευταία φορά.
«Δεν χρειάζομαι να μου εξηγήσεις γιατί έκανες αυτό που έκανες.»
Πήρα βαθιά ανάσα.
«Χρειάζομαι μόνο να θυμάμαι ότι δεν το έκανα εγώ.»
Εκείνος δεν μίλησε.
«Δεν απέτυχα εγώ ως σύντροφος.»
Τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά μου.
«Εσύ απέτυχες να είσαι ειλικρινής.»
Γύρισα και άρχισα να περπατάω.
Πίσω μου άκουσα την Colleen να κλαίει.
Δεν γύρισα.
Πέρασα την πόρτα.
Βγήκα έξω.
Ο αέρας ήταν κρύος.
Πήρα μια βαθιά ανάσα.
Για πρώτη φορά μετά από τρεις μήνες, ένιωσα ότι μπορούσα να αναπνεύσω χωρίς να κουβαλάω πάνω μου έναν τάφο.
Μπήκα στο αυτοκίνητό μου.
Πριν κλείσω την πόρτα, κοίταξα πίσω προς τον χώρο.
Εκεί μέσα υπήρχε ο άντρας που κάποτε πίστευα ότι θα περνούσα μαζί του όλη μου τη ζωή.
Και για πρώτη φορά…
δεν ένιωσα ότι τον έχασα.
Γιατί η αλήθεια ήταν διαφορετική.
Δεν είχα χάσει τον άνθρωπο που θα παντρευόμουν.
Είχα ανακαλύψει ποιος πραγματικά ήταν πριν τον παντρευτώ.
Και υπήρχε τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο.
Συνεχίζεται στο ΤΕΛΙΚΟ…

0 comments:
Post a Comment