ΜΕΡΟΣ 2 — «Ποια ήταν η Έμιλι; Ο γιος μου με ρώτησε αν ο μπαμπάς είχε άλλη οικογένεια — και δεν ήξερα τι να του απαντήσω»
Δεν μπορούσα να κουνηθώ.
Ο Μέισον με κοιτούσε.
Περίμενε να του πω ότι όλα ήταν εντάξει.
Ότι ήταν κάποιο αστείο.
Ότι ο μπαμπάς του είχε κάποιο σχέδιο.
Ότι δεν υπήρχε τίποτα περίεργο.
Αλλά δεν ήξερα.
Ο Τάιλερ συνέχισε από τα ηχεία.
«Έμιλι, αν με ακούς αυτή τη στιγμή… θέλω να ξέρεις ότι δεν σε ξέχασα ποτέ.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Ο Μέισον έσκυψε προς το μέρος μου.
«Μαμά…»
«Σσσς.»
«Ποια είναι;»
«Δεν ξέρω.»
«Ο μπαμπάς την ξέρει;»
«Προφανώς.»
«Ποια είναι;»
Δεν είχα απάντηση.
Έπιασα το κινητό μου.
Ήθελα να τηλεφωνήσω στον Τάιλερ.
Αλλά πώς;
Δεν μπορούσα να τον καλέσω ενώ πετούσε.
Έτσι έστειλα μήνυμα.
«Τάιλερ, είμαστε στην πτήση σου.»
Το έγραψα.
Το κοίταξα.
Και δεν το έστειλα.
Κάτι μέσα μου με σταμάτησε.
Αν ήθελε να μας εκπλήξει;
Αν υπήρχε κάποια λογική εξήγηση;
Άκουσα ξανά τη φωνή του.
«Έμιλι, σήμερα είναι μια σημαντική ημέρα. Και ίσως μετά από τόσα χρόνια ήρθε η ώρα να διορθώσω ένα λάθος που έκανα.»
Ο Μέισον με κοίταξε με τρόμο.
«Τι λάθος;»
Δεν απάντησα.
«Μαμά, έκανε κάτι κακό;»
«Δεν ξέρω.»
«Ο μπαμπάς είναι κακός;»
Γύρισα προς το μέρος του.
«Όχι.»
«Τότε ποια είναι η Έμιλι;»
«Δεν ξέρω, αγάπη μου.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Μήπως είναι άλλη μαμά;»
Η ερώτηση με χτύπησε σαν μαχαίρι.
«Όχι.»
«Πώς ξέρεις;»
Και αυτή τη φορά δεν είχα καμία απάντηση.
Γιατί η αλήθεια ήταν πως ξαφνικά δεν ήξερα τίποτα.
Ο Τάιλερ κι εγώ ήμασταν παντρεμένοι δέκα χρόνια.
Είχαμε γνωριστεί στο πανεπιστήμιο.
Είχαμε παντρευτεί τρία χρόνια αργότερα.
Ο Μέισον είχε γεννηθεί δύο χρόνια μετά.
Πίστευα ότι γνώριζα κάθε κομμάτι της ζωής του.
Κάθε δουλειά.
Κάθε φίλο.
Κάθε σημαντικό άνθρωπο.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Ο Τάιλερ συνέχισε:
«Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας και άνθρωποι που αλλάζουν ολόκληρη τη ζωή μας. Η Έμιλι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.»
Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε.
Και τότε ακούστηκε μια φράση που με έκανε να ανατριχιάσω.
«Έμιλι, σου χρωστάω μια συγγνώμη.»
Ο Μέισον με έπιασε από το χέρι.
«Μαμά, να κατέβουμε;»
«Δεν μπορούμε.»
«Γιατί;»
«Είμαστε στον αέρα.»
«Τότε θέλω να πάμε στον μπαμπά.»
«Δεν γίνεται.»
«Αλλά φοβάμαι.»
Τον αγκάλιασα.
«Κι εγώ φοβάμαι.»
Ήταν η πρώτη φορά που το παραδέχτηκα.
Ο Τάιλερ δεν μίλησε για λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα είπε:
«Πριν από δέκα χρόνια, υποσχέθηκα σε έναν άνθρωπο ότι δεν θα τον εγκαταλείψω ποτέ.»
Έκλεισα τα μάτια.
Δέκα χρόνια.
Το ίδιο διάστημα που ήμασταν μαζί.
«Και αθέτησα αυτή την υπόσχεση.»
Ο Μέισον ψιθύρισε:
«Μαμά…»
Τότε ακούστηκε ένας μικρός ήχος από το ηχείο.
Κάποιος άλλος είχε συνδεθεί με το σύστημα.
Και μια γυναικεία φωνή ακούστηκε.
«Τάιλερ…»
Ολόκληρο το αεροπλάνο σιώπησε.
Η γυναίκα είπε:
«Δεν πίστευα ότι θα το έκανες πραγματικά.»
Ο Τάιλερ απάντησε:
«Σου το υποσχέθηκα.»
«Μετά από δέκα χρόνια;»
«Ναι.»
«Και η οικογένειά σου;»
Σιωπή.
Το αίμα μου πάγωσε.
Η γυναίκα συνέχισε:
«Της το είπες;»
Ο Τάιλερ δεν απάντησε.
«Της είπες την αλήθεια;»
Τότε ένας αεροσυνοδός βγήκε από το μπροστινό μέρος της καμπίνας.
Κοίταξε προς τα πίσω.
Τα μάτια του σταμάτησαν πάνω μου.
Και το πρόσωπό του άλλαξε.
Ήταν σαν να με αναγνώρισε.
Πλησίασε.
«Κυρία;»
«Ναι;»
«Θα μπορούσατε να έρθετε μαζί μου για λίγο;»
Ο Μέισον έσφιξε το χέρι μου.
«Γιατί;»
Ο άντρας κοίταξε γύρω του.
«Ο κυβερνήτης ζήτησε να σας μιλήσει.»
Σταμάτησα.
«Εμένα;»
Έγνεψε.
«Ναι.»
Ο Μέισον πετάχτηκε όρθιος.
«Είναι η μαμά μου!»
Ο αεροσυνοδός κοίταξε τον Μέισον.
Και τότε είπε κάτι που δεν περίμενα.
«Το ξέρω.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά.
«Πώς το ξέρεις;»
Δεν απάντησε.
Μου έκανε μόνο νόημα να τον ακολουθήσω.
Πήρα τον Μέισον από το χέρι.
Προχωρήσαμε προς το μπροστινό μέρος.
Και όσο πλησιάζαμε στην πόρτα του πιλοτηρίου, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι η ζωή μου είχε αρχίσει να διαλύεται.
Ο αεροσυνοδός άνοιξε την πόρτα.
Ο Τάιλερ γύρισε.
Μόλις με είδε…
χλόμιασε.
«Εσύ;»
Δεν είπα τίποτα.
Ο Μέισον μπήκε μπροστά μου.
«Μπαμπά… ποια είναι η Έμιλι;»
Ο Τάιλερ έκλεισε τα μάτια.
Και τότε είπε:
«Μέισον… υπάρχει κάτι που έπρεπε να σας είχα πει εδώ και πολύ καιρό.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment