ΜΕΡΟΣ 2
Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα από τη διαδρομή μέχρι το εστιατόριο.
Θυμάμαι μόνο τα χέρια μου πάνω στο τιμόνι.
Θυμάμαι την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή.
Και θυμάμαι μία σκέψη να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά:
Όχι ο Έβαν.
Είχα ήδη χάσει τον Μάρκους.
Δεν μπορούσα να χάσω και τον γιο μου.
Όταν έφτασα στο εστιατόριο, βγήκα από το αυτοκίνητο πριν καν σβήσω σωστά τη μηχανή.
Μπήκα μέσα τρέχοντας.
Και τότε τον είδα.
Ο Έβαν στεκόταν στη μέση του χώρου.
Δεν ήταν σοβαρά τραυματισμένος.
Αλλά έκλαιγε.
Και ο γιος μου σχεδόν ποτέ δεν έκλαιγε.
Από την κηδεία του πατέρα του δεν τον είχα δει να κλαίει έτσι.
Στα χέρια του κρατούσε χρήματα.
Απέναντί του καθόταν μια γυναίκα.
Ήταν κι εκείνη δακρυσμένη.
Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν κάποια χαρτιά, φάρμακα και ένα παιδικό σχέδιο.
Και στο πάτωμα υπήρχαν σπασμένα πιάτα.
«Έβαν!»
Σήκωσε το κεφάλι.
Μόλις με είδε, κατέρρευσε.
«Μαμά…»
Πήγα προς το μέρος του.
«Τι συνέβη; Είσαι καλά;»
«Συγγνώμη.»
«Για ποιο πράγμα;»
«Δεν ήθελα να το μάθεις.»
«Να μάθω τι;»
Ο Σαλ πλησίασε.
Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό.
«Νομίζω ότι το τηλεφώνημά μου σας έκανε να καταλάβετε λάθος.»
Τον κοίταξα.
«Τι εννοείτε;»
«Ο Έβαν δεν έκανε κάτι κακό.»
Κοίταξα τον γιο μου.
Μετά τη γυναίκα.
Μετά τα χρήματα.
«Τότε τι συμβαίνει;»
Ο Σαλ έβαλε το χέρι στον ώμο του Έβαν.
«Εδώ και μήνες προσπαθώ να βρω τον σωστό τρόπο να σας το πω.»
Πήρε ανάσα.
«Κάθε Σάββατο πληρώνω τον γιο σας για τη δουλειά του.»
«Το ξέρω.»
«Και κάθε Σάββατο, αμέσως μετά την πληρωμή… εκείνος δίνει τα χρήματα σε κάποιον άλλον.»
Δεν κατάλαβα.
«Σε ποιον;»
Ο Σαλ γύρισε προς τη γυναίκα.
«Σε εκείνη.»
Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια.
«Το όνομά μου είναι Κάρλα.»
Η φωνή της έτρεμε.
«Έχω δύο παιδιά.»
Έδειξε τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι.
«Έχασα τη δουλειά μου. Ο άντρας μου έφυγε. Έμεινα μόνη με τα παιδιά και άρχισα να χρωστάω το ενοίκιο.»
Σταμάτησε.
«Ο μικρός μου γιος έχει άσθμα.»
Κοίταξα τα φάρμακα.
Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω.
Ο Έβαν την είχε δει.
Είχε δει όλα όσα κανένας ενήλικας δεν ήθελε να παρατηρήσει.
Τη γυναίκα να μετράει κέρματα.
Τα παιδιά της να μοιράζονται ένα πιάτο.
Το αγόρι να βήχει.
Την αγωνία στα μάτια της.
Και κάτι ακόμα.
Είχε αναγνωρίσει αυτή την αγωνία.
Γιατί την είχε δει στο δικό μου πρόσωπο.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του.
Ο Σαλ συνέχισε.
«Την πρώτη φορά που ο Έβαν έδωσε στην Κάρλα τα χρήματα, προσπάθησε να τα επιστρέψει.»
Η Κάρλα έγνεψε.
«Του είπα να κρατήσει τα χρήματα. Του είπα να αγοράσει το ποδήλατό του.»
Ο Έβαν χαμήλωσε το βλέμμα.
«Αλλά δεν με άκουσε.»
Ο Σαλ χαμογέλασε πικρά.
«Το επόμενο Σάββατο το έκανε ξανά.»
Και το επόμενο.
Και το επόμενο.
Για μήνες.
Κάθε εβδομάδα.
Ολόκληρος ο μισθός του.
Και μερικές φορές ακόμα περισσότερα, επειδή έβαζε και μέρος από το χαρτζιλίκι του.
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
«Το ποδήλατο…»
Ο Έβαν δεν απάντησε.
«Δεν υπήρχε ποτέ πραγματική αποταμίευση για το ποδήλατο, έτσι;»
Έκανε ένα μικρό νεύμα.
«Ήθελα να το αγοράσω.»
«Το ξέρω.»
«Πραγματικά το ήθελα.»
«Τότε γιατί;»
Με κοίταξε.
«Γιατί εκείνη τη στιγμή το χρειάζονταν περισσότερο.»
Δεν μπόρεσα να μιλήσω.
Και τότε θυμήθηκα τη νύχτα που τον είχα δει να μετράει τα χρήματα.
Εκείνο το βλέμμα φόβου.
Νόμιζα ότι έκρυβε κάτι κακό.
Τώρα καταλάβαινα.
Δεν φοβόταν μήπως ανακαλύψω ότι έκανε κάτι κακό.
Φοβόταν μήπως ανακαλύψω ότι έδινε όλα του τα χρήματα.
Και ότι θα του έλεγα να σταματήσει.
Όμως υπήρχε ακόμα ένα πράγμα που δεν καταλάβαινα.
Το σκισμένο μπουφάν.
Η λάσπη.
Η γρατζουνιά στο πρόσωπό του.
«Έβαν… τι έγινε εκείνο το βράδυ κοντά στο ρυάκι;»
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
Ο Σαλ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Αυτό είναι το πρόβλημα.»
Ο Έβαν δεν μιλούσε.
Τελικά ψιθύρισε:
«Κάποια παιδιά με είχαν δει.»
«Ποια παιδιά;»
«Μεγαλύτερα αγόρια από τη γειτονιά.»
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
«Τι ήθελαν;»
«Νόμιζαν ότι είχα πάνω μου χρήματα.»
«Και;»
«Με περίμεναν.»
Σταμάτησε.
«Ήθελαν να μου τα πάρουν.»
Ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται.
«Και εσύ;»
«Έτρεξα.»
«Και έπεσες;»
Έγνεψε.
«Στο ρυάκι.»
«Γιατί δεν μου το είπες;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Μετά είπε:
«Γιατί φοβήθηκα ότι θα μου έλεγες να μην ξαναπάω στη δουλειά.»
«Και;»
«Και δεν ήθελα να σταματήσω να βοηθάω την Κάρλα.»
Έσκυψα το κεφάλι.
Το παιδί μου είχε φοβηθεί.
Είχε πέσει.
Είχε τραυματιστεί.
Και παρ' όλα αυτά, το μόνο που τον απασχολούσε ήταν να μη χάσει τη δυνατότητα να βοηθάει κάποιον άλλον.
«Έβαν…»
Τον πλησίασα.
«Γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Γιατί ήξερα ότι θα ανησυχούσες.»
«Είμαι η μητέρα σου. Φυσικά θα ανησυχούσα.»
«Αυτό ακριβώς.»
Έσπασε η φωνή του.
«Έχεις ήδη τόσα πράγματα να σκέφτεσαι.»
Έμεινα ακίνητη.
«Δεν ήθελα να γίνω άλλο ένα πρόβλημα.»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που με διέλυσε.
Για τρία χρόνια πίστευα ότι προσπαθούσα να προστατεύσω τον Έβαν από τον πόνο.
Αλλά ο Έβαν προσπαθούσε να προστατεύσει εμένα.
Ένα παιδί.
Ένα παιδί δεκατριών ετών.
Και είχε πείσει τον εαυτό του ότι έπρεπε να κουβαλήσει πράγματα που κανονικά ανήκαν στους μεγάλους.
Τον αγκάλιασα.
«Δεν είσαι πρόβλημα.»
«Συγγνώμη.»
«Δεν θέλω να μου ζητήσεις συγγνώμη.»
«Αλλά σου είπα ψέματα.»
«Ναι.»
Χαμογέλασα μέσα στα δάκρυά μου.
«Αυτό θα το συζητήσουμε.»
Για πρώτη φορά μετά από μήνες, χαμογέλασε κι εκείνος.
Αλλά τότε ο Σαλ πλησίασε.
«Υπάρχει κάτι ακόμα.»
Τον κοίταξα.
«Τι;»
«Δεν σας είπα όλη την ιστορία στο τηλέφωνο.»
«Τι άλλο υπάρχει;»
Ο Σαλ έδειξε την πόρτα του εστιατορίου.
«Τα αγόρια που τον περίμεναν κοντά στο ρυάκι… δεν ήταν η πρώτη φορά που τον είχαν πλησιάσει.»
Πάγωσα.
«Τι εννοείτε;»
«Τον είχαν παρακολουθήσει και πριν.»
Ο Έβαν κοίταξε κάτω.
«Έβαν;»
Δεν απάντησε.
Ο Σαλ συνέχισε:
«Και υπάρχει κάτι που πρέπει να γνωρίζετε.»
Έβγαλε το κινητό του.
«Κάποιος είχε αφήσει ένα μήνυμα στον Έβαν πριν από εκείνο το περιστατικό.»
Άνοιξε την οθόνη.
Μου την έδειξε.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια που διάβασα.
«Ξέρουμε πότε πληρώνεσαι. Την επόμενη φορά δεν θα προλάβεις να φύγεις.»
Κοίταξα τον γιο μου.
Και για πρώτη φορά, δεν φοβόμουν για τα χρήματα.
Φοβόμουν για τη ζωή του.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…
0 comments:
Post a Comment