ΜΕΡΟΣ 3
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μιλούσε.
Κοιτούσα το μήνυμα στην οθόνη του κινητού του Σαλ.
«Ξέρουμε πότε πληρώνεσαι. Την επόμενη φορά δεν θα προλάβεις να φύγεις.»
Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένα παιδί δεκατριών ετών είχε φτάσει σε αυτό το σημείο.
Γύρισα προς τον Έβαν.
«Πόσο καιρό το ήξερες;»
«Δεν ξέρω.»
«Πόσο καιρό σε παρακολουθούν;»
«Μερικές εβδομάδες.»
«Και δεν μου είπες τίποτα;»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Φοβόμουν.»
«Γιατί;»
«Γιατί αν σου έλεγα την αλήθεια, θα με ανάγκαζες να σταματήσω.»
Η φωνή του ήταν σχεδόν ψίθυρος.
«Και η Κάρλα;»
«Τι θα γινόταν με εκείνη;»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος.
Ο Σαλ παρενέβη.
«Γι' αυτό σας κάλεσα.»
«Δεν μπορείτε να αφήσετε ένα παιδί να αντιμετωπίζει τέτοια πράγματα μόνο του.»
«Το ξέρω.»
«Πρέπει να το σταματήσουμε.»
Ο Έβαν σηκώθηκε.
«Όχι.»
Τον κοίταξα.
«Τι όχι;»
«Μην μπλέξεις την αστυνομία.»
«Έβαν!»
«Σε παρακαλώ.»
«Κάποιοι σε απειλούν!»
«Δεν θέλω να γίνει χειρότερο.»
«Ήδη είναι χειρότερο!»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Αν φοβηθούν ότι μίλησα, μπορεί να κάνουν κάτι στην Κάρλα.»
Η Κάρλα σηκώθηκε απότομα.
«Όχι, αγόρι μου.»
Πήγε κοντά του.
«Δεν θέλω να κινδυνεύεις για εμένα.»
Ο Έβαν κούνησε το κεφάλι.
«Εσείς χρειάζεστε βοήθεια.»
Η Κάρλα έκλαψε.
«Κι εσύ χρειάζεσαι κάποιον να σε προστατεύσει.»
Ο Σαλ κοίταξε και τους δύο.
«Αυτό ακριβώς πρέπει να καταλάβει ο Έβαν.»
Πλησίασε τον γιο μου.
«Το να βοηθάς κάποιον δεν σημαίνει ότι πρέπει να θυσιάζεις τον εαυτό σου.»
Ο Έβαν δεν απάντησε.
«Μπορείς να έχεις καλή καρδιά και ταυτόχρονα να ζητάς βοήθεια.»
Ο μικρός έμεινε σιωπηλός.
Κι εγώ τότε τον αγκάλιασα.
«Άκουσέ με.»
Σήκωσε τα μάτια του.
«Δεν χρειάζεται να γίνεις ο άντρας του σπιτιού.»
«Μαμά…»
«Είσαι παιδί μου.»
«Αλλά ο μπαμπάς—»
«Ο μπαμπάς σου δεν θα ήθελε να φοβάσαι μόνος σου.»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Εσύ πάντα μου έλεγες ότι ο μπαμπάς βοηθούσε τους ανθρώπους.»
«Ναι.»
«Γι' αυτό το κάνω.»
«Τι εννοείς;»
Ο Έβαν πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Θέλω να γίνω σαν εκείνον.»
Κάθισε.
Κι εγώ κάθισα απέναντί του.
«Θυμάσαι τότε που πέθανε;»
«Ναι.»
«Θυμάσαι τι σου είπα;»
«Ότι ο μπαμπάς θα είναι πάντα περήφανος για μένα.»
«Και το πιστεύω ακόμα.»
«Εγώ όμως…»
Σταμάτησε.
«Εγώ θυμάμαι κι άλλα.»
«Τι;»
«Θυμάμαι εσένα.»
Η φωνή του έσπασε.
«Σε έβλεπα όταν νόμιζες ότι κοιμόμουν.»
Δεν μπόρεσα να μιλήσω.
«Σε άκουγα να κλαις στην κουζίνα.»
Τα μάτια μου γέμισαν.
«Θυμάμαι που κοιτούσες τους λογαριασμούς και δεν ήξερες τι να κάνεις.»
Έπιασε τα χέρια του.
«Θυμάμαι που κάποτε παραλίγο να μας κόψουν το ρεύμα.»
Δεν ήξερα τι να πω.
«Και θυμάμαι ανθρώπους που μας βοήθησαν.»
Η Κάρλα τον κοιτούσε κλαίγοντας.
«Μια γυναίκα από τη γειτονιά μας έφερε φαγητό.»
Συνέχισε.
«Μια άλλη γυναίκα πλήρωσε τον λογαριασμό θέρμανσης.»
«Ναι.»
«Κανείς δεν τους το ζήτησε.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Απλώς είδαν ότι χρειαζόμασταν βοήθεια.»
Με κοίταξε.
«Όταν είδα την Κάρλα… κατάλαβα.»
«Τι κατάλαβες;»
«Ότι τώρα εγώ μπορούσα να κάνω κάτι.»
Έκλεισα τα μάτια.
Ο γιος μου δεν προσπαθούσε να γίνει ήρωας.
Προσπαθούσε να επιστρέψει μια καλοσύνη που κάποτε είχε λάβει η δική μας οικογένεια.
Και τότε θυμήθηκα κάτι.
Το ποδήλατο.
«Έβαν, το ήθελες πραγματικά;»
Χαμογέλασε αχνά.
«Πολύ.»
«Τότε γιατί το θυσίασες;»
«Γιατί η Κάρλα το χρειαζόταν περισσότερο.»
«Δεν μπορείς να δίνεις πάντα όλα όσα έχεις.»
«Το ξέρω τώρα.»
Ο Σαλ παρενέβη.
«Και υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να ξέρεις, μικρέ.»
Ο Έβαν τον κοίταξε.
«Από εδώ και πέρα, δεν θα είσαι μόνος.»
«Τι εννοείς;»
«Θα μιλήσουμε με τους ανθρώπους που πρέπει.»
Ο Έβαν φάνηκε φοβισμένος.
«Και η Κάρλα;»
«Θα φροντίσουμε να είναι ασφαλής.»
Η Κάρλα πήρε το χέρι του.
«Και δεν θα ξαναπάρω ούτε ένα δολάριο από εσένα.»
«Μα…»
«Όχι.»
«Αλλά χρειάζεστε—»
«Χρειάζομαι να είσαι ασφαλής.»
Ο Έβαν δεν είχε απάντηση.
Εκείνη τη νύχτα, επιστρέψαμε σπίτι μαζί.
Στο αυτοκίνητο δεν μιλούσε κανείς.
Όταν φτάσαμε, ο Έβαν ανέβηκε στο δωμάτιό του.
Λίγο αργότερα τον ακολούθησα.
Το σακίδιό του ήταν πάνω στο κρεβάτι.
Το άνοιξε.
Μέσα υπήρχαν φάκελοι.
Πολλοί φάκελοι.
Πάνω σε κάθε έναν είχε γράψει κάτι.
«Ενοίκιο.»
«Φάρμακα.»
«Φαγητό.»
«Για τα παιδιά.»
Τα χέρια μου έτρεμαν.
«Τα κρατούσες όλα αυτά;»
«Για να ξέρω πόσα έδινα.»
Άνοιξα έναν φάκελο.
Υπήρχε μέσα ένα χαρτί.
Ήταν ένας μικρός πίνακας με ημερομηνίες και ποσά.
Στο τέλος κάθε εβδομάδας υπήρχε πάντα το ίδιο αποτέλεσμα.
0 δολάρια για τον Έβαν.
Όλα είχαν φύγει.
Για άλλους.
Κάθισα στο κρεβάτι.
«Έβαν…»
«Ναι;»
«Είμαι περήφανη για σένα.»
Χαμογέλασε.
Αλλά τότε παρατήρησα κάτι άλλο.
Στο κάτω μέρος του τελευταίου φακέλου υπήρχε ένα μικρό χαρτάκι.
Δεν ήταν γραμμένο από τον Έβαν.
Το πήρα.
Έγραφε:
«Αύριο. Στο ίδιο σημείο. Μην κάνεις ότι δεν κατάλαβες.»
Πάγωσα.
«Έβαν…»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Τι είναι αυτό;»
Δεν απάντησε.
Και τότε κατάλαβα ότι το μήνυμα που είχε δει ο Σαλ δεν ήταν το μόνο.
Υπήρχε κάποιος που ήξερε πολύ περισσότερα απ' όσα νομίζαμε.
Κάποιος που γνώριζε το πρόγραμμα του Έβαν.
Κάποιος που ήξερε για την Κάρλα.
Κάποιος που παρακολουθούσε.
Και το χειρότερο;
Το μήνυμα είχε σταλεί πριν από εκείνη την ημέρα στο ρυάκι.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…
0 comments:
Post a Comment