Top Ad 728x90

Sunday, September 13, 2026

ΜΕΡΟΣ 2 — «Για πρώτη φορά, εκείνη δεν φοβόταν»

 


ΜΕΡΟΣ 2 — «Για πρώτη φορά, εκείνη δεν φοβόταν»

Η πρώτη νύχτα έξω από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο San Gabriel ήταν πιο δύσκολη απ’ όσο είχα φανταστεί.

Περπατούσα για ώρες χωρίς να ξέρω πού ακριβώς πήγαινα.

Δεν είχα σπίτι.

Δεν είχα τηλέφωνο.

Δεν είχα σχεδόν καθόλου χρήματα.

Είχα μόνο τα ρούχα της Λίντια, την ταυτότητά της και μια μικρή τσάντα που μου είχε δώσει πριν χωρίσουμε.

Μέσα υπήρχαν μερικές φωτογραφίες της Σόφι.

Και ένα μικρό σημειωματάριο.

Κάποια στιγμή, κάθισα σε ένα παγκάκι και το άνοιξα.

Στην πρώτη σελίδα υπήρχε ένα μήνυμα γραμμένο με τον γραφικό χαρακτήρα της αδελφής μου:

«Νάγιελι, αν κάποτε βγεις από εκεί, μην έρθεις να με σώσεις χωρίς να σκεφτείς. Ο Νταμιάν δεν είναι απλώς ένας βίαιος άντρας. Φοβάται να χάσει τον έλεγχο.»

Έμεινα να κοιτάζω αυτές τις λέξεις για αρκετή ώρα.

Μετά γύρισα τη σελίδα.

Υπήρχαν ονόματα.

Ημερομηνίες.

Ποσά χρημάτων.

Διευθύνσεις.

Τηλέφωνα.

Και ξανά και ξανά, μία λέξη:

«ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ».

Τότε κατάλαβα ότι ο Νταμιάν δεν ήταν απλώς ένας άντρας που χτυπούσε τη γυναίκα του.

Είχε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα.

Και ίσως η Λίντια να είχε κρατήσει αυτά τα στοιχεία για να προστατευτεί κάποια μέρα.

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μια φωτογραφία.

Ο Νταμιάν στεκόταν μαζί με τη μητέρα του, την αδελφή του και έναν άγνωστο άντρα.

Κάτω από τη φωτογραφία η Λίντια είχε γράψει:

«Αυτός είναι ο Εστεμπάν. Ο Νταμιάν τον φοβάται.»

Έσφιξα τη φωτογραφία στα χέρια μου.

Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, ένιωσα κάτι διαφορετικό από θυμό.

Ένιωσα ότι είχα ένα σχέδιο.


Το επόμενο πρωί πήγα κοντά στο σπίτι.

Δεν μπήκα αμέσως.

Παρατηρούσα.

Ήθελα να ξέρω πώς κινούνταν ο Νταμιάν.

Πότε έφευγε.

Πότε επέστρεφε.

Ποιος ερχόταν στο σπίτι.

Και κυρίως…

Πώς συμπεριφερόταν στη Σόφι.

Λίγο αργότερα τον είδα.

Βγήκε στην αυλή και άρχισε να φωνάζει στη μικρή.

Η Σόφι τρόμαξε και προσπάθησε να απομακρυνθεί.

Ο Νταμιάν την άρπαξε από το χέρι.

Για μια στιγμή, όλο μου το σώμα πάγωσε.

Το παλιό μου ένστικτο ξύπνησε.

Ήθελα να τρέξω.

Να τον σταματήσω.

Να τον κάνω να πληρώσει.

Αλλά σταμάτησα τον εαυτό μου.

«Όχι τώρα…» ψιθύρισα.

Αν έμπαινα εκείνη τη στιγμή, θα έχανα τα πάντα.

Έπρεπε να είμαι η Λίντια.

Όχι η Νάγιελι.

Έπρεπε να τον κάνω να πιστέψει ότι η γυναίκα του είχε αλλάξει.


Το ίδιο απόγευμα μπήκα στο σπίτι.

Ο Νταμιάν ήταν στο σαλόνι.

Μόλις με είδε, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.

«Πού ήσουν;»

Κράτησα το βλέμμα μου σταθερό.

«Με την αδελφή μου.»

Σήκωσε το φρύδι του.

«Τη Νάγιελι;»

«Ναι.»

Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.

«Και τι ήθελε;»

Τον κοίταξα στα μάτια.

«Να μου θυμίσει ότι δεν χρειάζεται να φοβάμαι.»

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε.

Ο άνθρωπος που είχα μάθει να φοβάμαι για χρόνια στεκόταν μπροστά μου.

Αλλά αυτή τη φορά…

δεν κατέβασα το βλέμμα.

Η μητέρα του εμφανίστηκε από την κουζίνα.

«Λίντια, μην της βάζεις ιδέες στο κεφάλι.»

Γύρισα προς το μέρος της.

«Απλώς της μαθαίνω ότι μπορεί να μιλάει.»

Η γυναίκα με κοίταξε ενοχλημένη.

«Πάντα ήσουν υπερβολικά ευαίσθητη.»

Χαμογέλασα ψυχρά.

«Ίσως. Ή ίσως εσείς συνηθίσατε υπερβολικά να κάνετε κακό στους άλλους.»

Το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπό της.

Ο Νταμιάν με κοίταζε τώρα διαφορετικά.

Σαν να προσπαθούσε να καταλάβει ποια ήμουν.


Λίγα λεπτά αργότερα με έπιασε από το χέρι και με οδήγησε στο υπνοδωμάτιο.

Έκλεισε την πόρτα.

«Τι σου συμβαίνει;»

«Τίποτα.»

«Δεν είσαι όπως πριν.»

«Ίσως απλώς κουράστηκα.»

Πλησίασε.

«Η γυναίκα μου δεν μου μιλούσε έτσι.»

Τον κοίταξα χωρίς να κάνω πίσω.

«Ίσως η γυναίκα σου έμαθε επιτέλους να σε μισεί.»

Πάγωσε.

Για πρώτη φορά, είδα κάτι που δεν είχα δει ποτέ στο πρόσωπό του.

Φόβο.

Πριν προλάβει να πει κάτι, χτύπησε το τηλέφωνό του.

Το κοίταξε.

Δεν απάντησε.

Χτύπησε ξανά.

Αυτή τη φορά βγήκε από το δωμάτιο.

Ακολούθησα αθόρυβα.

Άκουσα μόνο λίγες λέξεις.

«Χρειάζομαι μία εβδομάδα.»

Παύση.

«Σου είπα ότι θα τα βρω.»

Ξανά σιωπή.

Ο Νταμιάν χαμήλωσε τη φωνή του.

«Μην μπλέξεις την οικογένειά μου.»

Τότε κατάλαβα.

Ο άγνωστος άντρας από τη φωτογραφία.

Ο Εστεμπάν.

Ο Νταμιάν δεν τον φοβόταν επειδή ήταν πιο δυνατός.

Τον φοβόταν επειδή γνώριζε κάτι.

Κάτι πολύ επικίνδυνο.


Εκείνο το βράδυ, όταν όλοι κοιμήθηκαν, πήγα στην κουζίνα και πήρα το τηλέφωνο του σπιτιού.

Προσπάθησα να τηλεφωνήσω στη Λίντια.

Μετά από αρκετές προσπάθειες, απάντησε.

Η φωνή της ήταν χαμηλή.

«Νάγιελι;»

«Ναι.»

«Σε παρακαλώ, άκουσέ με προσεκτικά.»

Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

«Τι συνέβη;»

«Ο Νταμιάν χρησιμοποιεί το όνομά μου για να πάρει δάνεια.»

Έμεινα σιωπηλή.

«Αν εξαφανιστεί, τα χρέη θα μείνουν σε μένα.»

«Πού το έμαθες;»

«Βρήκα έναν φάκελο.»

Η φωνή της έτρεμε.

«Είχε το όνομά μου πάνω του.»

«Και τι είχε μέσα;»

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν απάντησε.

Μετά είπε:

«Φωτογραφίες.»

«Τι φωτογραφίες;»

«Δικές μου… και δικές σου.»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.

«Τι εννοείς;»

«Υπήρχε μία φωτογραφία σου από το San Gabriel.»

Κοίταξα γύρω μου.

Ξαφνικά το σπίτι δεν έμοιαζε πλέον με σπίτι.

Έμοιαζε με παγίδα.

«Λίντια… είσαι σίγουρη;»

«Ναι.»

Η φωνή της έσπασε.

«Νάγιελι, νομίζω ότι ο Νταμιάν ήξερε για σένα πριν καν με παντρευτεί.»

Δεν πρόλαβα να απαντήσω.

Άκουσα έναν ήχο πίσω μου.

Ένα βήμα.

Γύρισα.

Ο Νταμιάν στεκόταν στην πόρτα.

Με κοιτούσε.

Δεν χαμογελούσε.

Δεν φώναζε.

Απλώς με κοιτούσε.

Πλησίασε αργά.

«Η Λίντια ποτέ δεν μπορούσε να με κοιτάξει στα μάτια όταν έλεγε ψέματα.»

Έκλεισα το τηλέφωνο.

Εκείνος χαμογέλασε.

«Εσύ όμως μπορείς.»

Έκανε ακόμη ένα βήμα.

«Γιατί εσύ δεν είσαι η Λίντια.»

Η καρδιά μου σταμάτησε για μια στιγμή.

Ο Νταμιάν κλείδωσε την πόρτα.

Μετά ψιθύρισε:

«Επιτέλους σε βρήκα, Νάγιελι.»

Και τότε κατάλαβα ότι το σχέδιό μου δεν είχε μόλις αρχίσει.

Είχε ήδη αρχίσει πολύ πριν φύγω από το San Gabriel.

Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

ΜΕΡΟΣ 3








0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90