ΜΕΡΟΣ 6 — «Η μικρή Τζόσι αποκάλυψε την τελευταία λεπτομέρεια που κανείς δεν είχε προσέξει»
Ένα απόγευμα καθόμασταν όλοι στην κουζίνα.
Η Τζόσι ζωγράφιζε.
Ο Ντάνιελ μαγείρευε.
Ο Τζέις διάβαζε.
Ξαφνικά η Τζόσι είπε:
«Μαμά;»
«Ναι;»
«Μπορώ να σου πω κάτι;»
«Φυσικά.»
«Όταν ήρθαμε εδώ, δεν ήξερα αν θα μας κρατήσετε.»
Ο Τζέις σήκωσε το βλέμμα.
«Τζόσι.»
«Τι;»
«Μην το λες.»
«Γιατί;»
«Επειδή…»
Σταμάτησε.
Η Τζόσι συνέχισε:
«Ήθελα να δω αν θα είστε καλοί μαζί του.»
Ο Τζέις κατέβασε το βιβλίο.
«Τζόσι, το έχουμε πει.»
«Αλλά είναι αλήθεια.»
Τον κοίταξε.
«Όταν πηγαίναμε σε άλλες οικογένειες, με ρωτούσαν αν μου άρεσε το σπίτι.»
«Και;» ρώτησα.
«Εγώ δεν κοίταζα το σπίτι.»
«Τι κοίταζες;»
«Εκείνον.»
Έδειξε τον Τζέις.
«Κοίταζα αν τον κοιτούσαν άσχημα.»
Σιωπή.
«Αν τον ρωτούσαν πολλά πράγματα.»
«Τι πράγματα;»
«Αν ήταν κακός.»
Ο Τζέις έκλεισε τα μάτια.
«Αν θύμωνε.»
Η φωνή της μικρής έγινε πιο χαμηλή.
«Αν μπορούσε να μείνει κάπου αλλού.»
Έπειτα είπε:
«Μια φορά μια κυρία είπε ότι δεν είχε χώρο για εκείνον.»
«Και τι έκανες;»
«Τίποτα.»
«Γιατί;»
Η Τζόσι σήκωσε τους ώμους.
«Γιατί αν μιλούσα, θα έλεγαν ότι είμαι κακό παιδί.»
Ο Τζέις άφησε το βιβλίο στο τραπέζι.
«Τζόσι…»
«Αλλά μετά αποφάσισα κάτι.»
«Τι;»
«Ότι δεν με νοιάζει αν είναι καλοί μαζί μου.»
Κοιταχτήκαμε.
«Με νοιάζει αν είναι καλοί μαζί σου.»
Ο Τζέις γύρισε το κεφάλι.
Έκρυψε το πρόσωπό του.
«Τι έχεις;» ρώτησε η Τζόσι.
«Τίποτα.»
«Κλαις;»
«Όχι.»
«Κλαις.»
«Όχι.»
Η Τζόσι πήγε κοντά του.
«Μην κλαις.»
Εκείνος γέλασε.
«Δεν κλαίω.»
«Καλά.»
Ύστερα γύρισε σε εμένα.
«Γι' αυτό σας διάλεξα.»
«Εμένα και τον Ντάνιελ;»
«Ναι.»
«Πώς ήξερες;»
«Γιατί όταν μιλούσατε στον Τζέις, δεν κοιτούσατε εμένα.»
Πάγωσα.
«Τι εννοείς;»
«Οι άλλοι κοιτούσαν εμένα.»
«Και εμείς;»
«Εσείς κοιτούσατε εκείνον.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
Δεν είχα καταλάβει ποτέ ότι ένα τετράχρονο παιδί πρόσεχε τέτοιες λεπτομέρειες.
Ο Τζέις σηκώθηκε.
Πήγε προς το δωμάτιό του.
«Πού πας;» ρώτησε η Τζόσι.
«Να κάνω κάτι.»
Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε.
Κρατούσε τη μία από τις βαλίτσες.
Την άνοιξε.
Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του.
Ένα ένα.
Τα έβαλε στα συρτάρια.
Μετά πήρε τα βιβλία.
Τα τοποθέτησε στη βιβλιοθήκη.
Τα παπούτσια κάτω από το κρεβάτι.
Και το φούτερ στην καρέκλα.
Ο Ντάνιελ δεν είπε τίποτα.
Ούτε εγώ.
Δεν θέλαμε να τον κάνουμε να νιώσει ότι παρακολουθούμε κάθε του κίνηση.
Όταν τελείωσε, η βαλίτσα ήταν άδεια.
Ο Τζέις την κοίταξε.
Έπειτα την έβαλε στην ντουλάπα.
«Τέλος», είπε.
Η Τζόσι χειροκρότησε.
«Τώρα μένεις!»
Ο Τζέις γέλασε.
«Ναι.»
«Για πάντα;»
Ο Τζέις κοίταξε εμένα και τον Ντάνιελ.
Ύστερα κοίταξε την Τζόσι.
«Για όσο με θέλετε.»
Σηκώθηκα.
«Τζέις.»
«Ναι;»
«Δεν χρειάζεται να κερδίζεις τη θέση σου εδώ κάθε μέρα.»
Με κοίταξε.
«Είσαι ήδη σπίτι.»
Και αυτή τη φορά…
δεν απάντησε «εντάξει».
Είπε μόνο:
«Το ξέρω.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 7…

0 comments:
Post a Comment