ΜΕΡΟΣ 4 — «Το δωμάτιο του Τζέις ήταν γεμάτο πράγματα που δεν είχαν βγει ποτέ από τις βαλίτσες — και τότε κατάλαβα γιατί»
Το ίδιο βράδυ πήγα να του μιλήσω.
Χτύπησα την πόρτα.
«Μπορώ;»
«Ναι.»
Μπήκα.
Ο Τζέις καθόταν στο κρεβάτι.
Έπαιζε με το κορδόνι του φούτερ του.
«Η Ρεμπέκα μού είπε κάτι.»
«Τι;»
«Ότι εσύ κι η Τζόσι μας επιλέξατε.»
Χαμογέλασε αμήχανα.
«Ναι.»
«Και η Τζόσι είπε ότι ήθελε ανθρώπους που θα ήθελαν και τους δύο σας.»
«Ναι.»
«Τζέις…»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Γιατί δεν έχεις ξεπακετάρει;»
Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.
Κοίταξε τις βαλίτσες.
«Θα το κάνω.»
«Δεν σε ρωτάω πότε.»
Σιωπή.
«Σε ρωτάω γιατί δεν το έχεις κάνει.»
Τα μάτια του χαμήλωσαν.
«Δεν ξέρω.»
«Νομίζω πως ξέρεις.»
Δεν απάντησε.
Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού.
«Φοβάσαι ότι θα φύγεις;»
Έσφιξε τα χέρια του.
«Όχι.»
«Φοβάσαι ότι θα φύγουμε εμείς;»
Δεν απάντησε.
Αυτό ήταν η απάντηση.
«Τζέις…»
«Δεν είναι τίποτα.»
«Είναι κάτι.»
«Απλώς…»
Σταμάτησε.
Πήρε βαθιά ανάσα.
«Οι άνθρωποι αλλάζουν γνώμη.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.
«Ποιοι άνθρωποι;»
«Όλοι.»
«Εμείς δεν έχουμε αλλάξει γνώμη.»
«Ακόμα.»
Η λέξη με χτύπησε.
«Ακόμα;»
Έγνεψε.
«Στην αρχή όλοι είναι καλοί.»
«Και μετά;»
«Μετά κουράζονται.»
«Από εσένα;»
Σήκωσε τους ώμους.
«Από εμάς.»
«Τζέις, δεν είσαι βάρος.»
«Δεν είπα αυτό.»
«Το σκέφτεσαι.»
Έμεινε σιωπηλός.
«Ξέρεις τι γίνεται συνήθως;» είπε τελικά.
«Τι;»
«Θέλουν την Τζόσι.»
Τα μάτια του γυάλισαν.
«Την αγαπάνε. Είναι μικρή. Είναι εύκολη. Είναι γλυκιά.»
«Κι εσύ;»
«Εγώ μεγαλώνω.»
«Αυτό δεν είναι κακό.»
«Για αυτούς είναι.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Κάποια στιγμή βαριούνται να έχουν έναν έφηβο στο σπίτι. Και τότε βρίσκουν μια δικαιολογία.»
«Και τι κάνεις εσύ;»
«Φεύγω.»
«Γι' αυτό οι βαλίτσες;»
Έγνεψε.
«Έτσι είμαι έτοιμος.»
Η φωνή του έσπασε.
«Για τη στιγμή που θα αποφασίσετε ότι δεν με θέλετε πια.»
Δεν ήξερα τι να πω.
Ήθελα να του υποσχεθώ ότι δεν θα συμβεί ποτέ.
Αλλά κατάλαβα ότι ίσως μια μεγάλη υπόσχεση δεν θα τον έκανε να με πιστέψει.
Είχε ακούσει υποσχέσεις ξανά.
Έτσι του είπα μόνο:
«Το δωμάτιο αυτό είναι δικό σου.»
Με κοίταξε.
«Η ντουλάπα είναι δική σου. Τα συρτάρια είναι δικά σου. Η βιβλιοθήκη είναι δική σου.»
«Μαμά…»
«Δεν χρειάζεται να ξεπακετάρεις σήμερα.»
Σιωπή.
«Ούτε αύριο.»
Σηκώθηκα.
«Όταν νιώσεις έτοιμος, θα τα βάλεις εκεί που θέλεις.»
Έφτασα στην πόρτα.
«Αλλά θέλω να ξέρεις κάτι.»
Με κοίταξε.
«Δεν χρειάζεται να είσαι έτοιμος να φύγεις από αυτό το σπίτι.»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Εντάξει.»
«Καληνύχτα.»
«Καληνύχτα.»
Βγήκα.
Και δεν τον πίεσα ξανά.
Τις επόμενες ημέρες συνέβησαν μικρά πράγματα.
Ο Τζέις άρχισε να αφήνει τα βιβλία του πάνω στο γραφείο.
Άφησε μια μπλούζα στην καρέκλα.
Άφησε τα παπούτσια του κάτω από το κρεβάτι.
Έβαλε φωτογραφίες στον τοίχο.
Αλλά οι βαλίτσες έμεναν.
Μέχρι που ένα απόγευμα η Τζόσι μπήκε στο δωμάτιό του.
«Τζέις;»
«Ναι;»
«Γιατί έχεις ακόμα τη βαλίτσα;»
Πάγωσε.
«Δεν ξέρω.»
«Εγώ ξέρω.»
«Τι;»
Η Τζόσι τον κοίταξε σοβαρά.
«Νομίζεις ότι θα μας στείλουν πίσω.»
Ο Τζέις δεν απάντησε.
Η μικρή πήγε κοντά του.
«Δεν θα τους αφήσω.»
«Τζόσι…»
«Εγώ σε διάλεξα.»
«Το ξέρω.»
«Και τους διάλεξα επειδή σε ήθελαν.»
Ο Τζέις χαμογέλασε.
«Είσαι πολύ μικρή για να κάνεις τέτοιες συμφωνίες.»
«Δεν είμαι μικρή.»
«Είσαι τέσσερα.»
«Είμαι σχεδόν πέντε.»
Γέλασε.
Και για πρώτη φορά, το γέλιο του δεν είχε φόβο.
Αλλά ακόμα υπήρχε η βαλίτσα.
Και κανείς μας δεν ήξερε πότε θα άδειαζε.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

0 comments:
Post a Comment