ΜΕΡΟΣ 2
Μια περίεργη σωλήνα, ένα θαμμένο μεταλλικό κουτί και ένα μυστικό που περίμενε είκοσι δύο χρόνια να βγει ξανά στην επιφάνεια
Άρπαξα τα κλειδιά μου και έφυγα αμέσως.
Η διαδρομή μέχρι τη Lakeview Drive διαρκούσε συνήθως είκοσι λεπτά.
Εγώ την έκανα σε δεκαεπτά.
Όταν έστριψα στον δρόμο, είδα αμέσως δύο περιπολικά.
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά.
Ο πατέρας μου στεκόταν στον δρόμο.
Δίπλα του βρισκόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με λευκά μαλλιά.
Κρατούσε έναν φάκελο.
Λίγο πιο πέρα, ο Ρίτσαρντ μιλούσε έντονα με έναν αστυνομικό.
Η Μελίσα στεκόταν δίπλα του.
Και για πρώτη φορά από τότε που την είχα γνωρίσει, έδειχνε πραγματικά φοβισμένη.
Πάρκαρα και έτρεξα προς τον πατέρα μου.
Πριν προλάβω να μιλήσω, η ηλικιωμένη γυναίκα πλησίασε.
«Εσύ πρέπει να είσαι η Τζούλι.»
«Ναι.»
«Είμαι η Έλενορ Μαρκς.»
Έδειξε το σπίτι.
«Ζω σε αυτόν τον δρόμο πενήντα χρόνια.»
«Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει.»
Με κοίταξε σοβαρά.
«Ο πατέρας σου θα σου εξηγήσει.»
Έκανε μια παύση.
«Αλλά πριν το κάνει, θέλω να ξέρεις κάτι.»
«Τι;»
«Ό,τι κι αν ακούσεις... δεν είναι δικό του λάθος.»
Πήγα αμέσως στον πατέρα μου.
«Μπαμπά, τι συνέβη;»
Με πήγε λίγο πιο μακριά.
«Θυμάσαι εκείνη την περίεργη συσσώρευση ασβεστίου που σου είπα;»
«Ναι.»
«Ο σωλήνας είχε σπάσει με ασυνήθιστο τρόπο.»
«Και;»
«Κάτι απ' έξω πίεζε το έδαφος.»
«Τι βρήκες;»
Με κοίταξε.
«Ένα κουτί.»
«Ένα κουτί;»
«Μεταλλικό. Σφραγισμένο.»
Ένιωσα μια παράξενη ανατριχίλα.
«Και ήταν κάτω από την πισίνα;»
«Ναι.»
Καθώς επισκεύαζε τη σωλήνα, είχε σκάψει προσεκτικά γύρω από το σημείο.
Και τότε είδε μια μεταλλική επιφάνεια.
Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν παλιό κομμάτι εξοπλισμού.
Όμως όταν καθάρισε το χώμα, εμφανίστηκαν γράμματα.
Ένα όνομα.
«Τι όνομα;»
«Tibor Horvath.»
Η Έλενορ πλησίασε.
«Τον ήξερα.»
Ο πατέρας μου μου εξήγησε ότι πριν χτιστεί το σημερινό σπίτι, εκεί υπήρχε ένα άλλο.
Ανήκε σε έναν Ούγγρο μετανάστη που λεγόταν Τίμπορ Χόρβατ.
Ήταν ωρολογοποιός.
Επισκεύαζε ρολόγια και σπάνια ρολόγια τσέπης.
Όμως είχε και ένα πάθος.
Συλλέγει παλιά και σπάνια κομμάτια.
Όταν πέθανε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, κανείς δεν βρήκε τη σημαντικότερη συλλογή του.
Λίγα χρόνια αργότερα πέθανε και η σύζυγός του.
Ο γιος τους πούλησε το σπίτι.
Το παλιό κτίριο κατεδαφίστηκε.
Χτίστηκε το νέο.
Και αργότερα κατασκευάστηκε η πισίνα.
Πάνω ακριβώς από το σημείο.
«Πιστεύετε ότι το κουτί ήταν εκεί όλο αυτό το διάστημα;» ρώτησα.
Η Έλενορ κούνησε αργά το κεφάλι.
«Περίπου είκοσι δύο χρόνια.»
«Και τι έχει μέσα;»
Ο πατέρας μου κοίταξε το σπίτι.
«Δώδεκα αντικείμενα.»
«Τι είδους αντικείμενα;»
«Κυρίως ρολόγια τσέπης.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Και ένα μικρό επιτραπέζιο ρολόι.»
Η Έλενορ έσφιξε τον φάκελό της.
«Ο Τίμπορ μου είχε πει κάποτε ότι είχε κρύψει τα καλύτερα κομμάτια του.»
«Γιατί;»
«Δεν εμπιστευόταν τις τράπεζες.»
«Και ποτέ δεν σας είπε πού;»
«Όχι.»
Τότε κατάλαβα κάτι.
«Γιατί υπάρχουν αστυνομικοί εδώ;»
Ο πατέρας μου με κοίταξε σαν η απάντηση να ήταν προφανής.
«Εγώ τους κάλεσα.»
«Εσύ;»
«Τα αντικείμενα υπήρχαν πριν αγοράσει ο Ρίτσαρντ το σπίτι.»
«Ναι, αλλά ήταν κάτω από την ιδιοκτησία του.»
«Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι δικά του.»
Ο πατέρας μου είχε φωτογραφίσει τα πάντα.
Τη στιγμή που βρήκε το κουτί.
Τη θέση.
Το χώμα.
Τις σωληνώσεις.
Το όνομα.
Μετά επικοινώνησε με την Έλενορ.
Και στη συνέχεια με τις αρχές.
«Δεν θα το έβαζα στο φορτηγό μου,» μου είπε.
«Δεν θα το άνοιγα μόνος μου.»
«Και σίγουρα δεν θα το κρατούσα.»
Ο Ρίτσαρντ συνέχιζε να διαμαρτύρεται.
«Βρέθηκε στην ιδιοκτησία μου!»
Ο αστυνομικός απάντησε ψύχραιμα:
«Κύριε Έμορι, σήμερα δεν αποφασίζουμε την κυριότητα. Σήμερα καταγράφουμε και ασφαλίζουμε τα αντικείμενα.»
Η Μελίσα κοίταξε τον πατέρα μου.
Το βλέμμα της ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνο της προηγούμενης ημέρας.
Δεν είχε πια αλαζονεία.
Είχε φόβο.
Και τότε είδα έναν άντρα να φτάνει με αυτοκίνητο.
Κατέβηκε κρατώντας έναν χαρτοφύλακα.
Ήταν ο δικηγόρος του Ρίτσαρντ.
Ο Γκάρετ.
Άρχισε να εξετάζει τα έγγραφα του πατέρα μου.
Τις φωτογραφίες.
Τις σημειώσεις.
Τον χρόνο της ανακάλυψης.
Την αναφορά στην αστυνομία.
Μετά κοίταξε τα έγγραφα της επισκευής.
Την προσφορά.
Την άδεια εργασίας.
Τις υπογραφές.
Η σιωπή κράτησε αρκετά δευτερόλεπτα.
Τότε ο Γκάρετ είπε:
«Η άδεια εργασίας αναφέρει ξεκάθαρα την αρχική προσφορά.»
«Ναι,» απάντησε ο πατέρας μου.
«Το κάνετε πάντα έτσι;»
«Ναι.»
«Γιατί;»
Ο πατέρας μου τον κοίταξε.
«Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις.»
Ο δικηγόρος γύρισε προς τον Ρίτσαρντ.
Μίλησαν χαμηλόφωνα.
Μετά ο Ρίτσαρντ μίλησε με τη Μελίσα.
Δεν άκουσα τι της είπε.
Αλλά είδα το πρόσωπό της να αλλάζει.
Ο Γκάρετ επέστρεψε.
«Κύριε Μαρς, ο πελάτης μου θέλει να εξοφλήσει σήμερα την οφειλή.»
Ο πατέρας μου απάντησε:
«Θα το εκτιμούσα.»
«Το πλήρες ποσό.»
«7.800 δολάρια.»
«Ναι.»
Για πρώτη φορά, χαμογέλασα.
Όχι επειδή ο πατέρας μου είχε νικήσει κάποιον.
Αλλά επειδή δεν είχε χρειαστεί να φωνάξει.
Δεν είχε απειλήσει.
Δεν είχε κάνει τίποτα παράνομο.
Είχε απλώς κρατήσει αρχεία.
Ο πατέρας μου γύρισε προς εμένα.
«Η Μελίσα ανέφερε τη δουλειά σου.»
«Το ξέρω.»
«Γι' αυτό δεν επέστρεψα μόνος.»
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
«Πίστεψες ότι ήταν απειλή;»
«Ναι.»
«Και;»
«Όταν κάποιος προσπαθεί να σε πιέσει, φροντίζεις να υπάρχουν μάρτυρες.»
Τότε ακούστηκε η φωνή της Έλενορ.
«Βρήκα τον γιο του Τίμπορ.»
Όλοι γυρίσαμε.
«Ζει;»
«Ναι.»
«Πού;»
«Στο Νέο Μεξικό.»
Κράτησε το κινητό της.
«Μόλις του μίλησα.»
Ο πατέρας μου με κοίταξε.
«Έρχεται.»
«Εδώ;»
Η Έλενορ χαμογέλασε αχνά.
«Είναι ήδη στο αεροδρόμιο.»
Κοίταξα προς την πισίνα.
Το νερό ήταν απόλυτα καθαρό.
Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι λίγα μέτρα κάτω από αυτήν υπήρχε ένα οικογενειακό μυστικό θαμμένο για περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Αλλά υπήρχε κάτι ακόμα που κανείς μας δεν ήξερε.
Η Έλενορ είχε κρατήσει επί δεκαετίες έναν δεύτερο φάκελο.
Έναν φάκελο που θα αποκάλυπτε ότι η συλλογή του Τίμπορ ίσως άξιζε πολύ περισσότερο απ' όσο φανταζόταν κανείς.
Και μέσα σε εκείνον τον φάκελο υπήρχε ένα όνομα.
Ένα ρολόι.
Και μια ιστορία που θα άλλαζε τα πάντα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment