ΜΕΡΟΣ 2
«Ο Άντρας που Αγάπησε για 78 Χρόνια της Είχε Κρύψει Ένα Μυστικό — Ο Αδελφός που Όλοι Πίστευαν ότι Πέθανε Ήταν Ζωντανός»
Η Σοφία κρατούσε το γράμμα με τρεμάμενα χέρια.
Δεν ήξερε αν έπρεπε να το ανοίξει.
Για εβδομήντα οκτώ χρόνια είχε μάθει να εμπιστεύεται τον Ανδρέα.
Και τώρα, λίγες ημέρες μετά την επέτειό τους, βρισκόταν μπροστά σε ένα μυστικό που έμοιαζε να έχει ξεκινήσει πριν ακόμη γνωριστούν.
Άνοιξε προσεκτικά τον φάκελο.
Το χαρτί είχε κιτρινίσει.
Η πρώτη γραμμή έγραφε:
«Ανδρέα, αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, θέλω να ξέρεις ότι δεν σε ξέχασα ποτέ.»
Η Σοφία σταμάτησε.
Ανδρέα;
Το γράμμα δεν ήταν για εκείνη.
Ήταν για τον άντρα της.
Συνέχισε.
Ο Νικόλαος έγραφε ότι ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Ανδρέα.
Η Σοφία γνώριζε ότι ο Ανδρέας είχε έναν αδελφό.
Όμως ήξερε μόνο το όνομά του.
Η οικογένεια έλεγε πως είχε χαθεί στα δύσκολα χρόνια του πολέμου και πως δεν είχε επιστρέψει ποτέ.
Ο Ανδρέας σχεδόν ποτέ δεν μιλούσε γι' αυτόν.
Όταν η Σοφία τον είχε ρωτήσει κάποτε, πολλά χρόνια πριν, είχε απαντήσει μόνο:
«Είναι μια παλιά ιστορία.»
Και εκείνη δεν πίεσε.
Γιατί είχε μάθει να σέβεται τις σιωπές του.
Τώρα όμως η σιωπή είχε ανοίξει μόνη της.
Ο Νικόλαος εξηγούσε πως δεν είχε πεθάνει.
Είχε φύγει από την Ελλάδα και είχε καταλήξει στο εξωτερικό.
Είχε προσπαθήσει αρκετές φορές να επιστρέψει.
Όμως οι συνθήκες, οι φόβοι και άνθρωποι που δεν ήθελαν να επιστρέψει τον είχαν κρατήσει μακριά.
Και υπήρχε κάτι ακόμη.
Κάτι που έκανε τη Σοφία να ξαναδιαβάσει την ίδια παράγραφο τρεις φορές.
Ο Νικόλαος γνώριζε τη Σοφία πριν ακόμη την παντρευτεί ο Ανδρέας.
Όχι προσωπικά.
Την είχε δει σε μια γιορτή του χωριού.
Και είχε μιλήσει στον μικρότερο αδελφό του γι' αυτήν.
«Αν υπάρχει ένα κορίτσι που μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις όλες τις δυσκολίες, είναι εκείνη», έγραφε.
Η Σοφία ένιωσε ένα παράξενο ρίγος.
Ο Ανδρέας της είχε πει πολλές φορές ότι την είχε προσέξει τυχαία.
Ότι την είχε δει ένα απόγευμα και είχε καταλάβει πως ήθελε να τη γνωρίσει.
Τώρα όμως μάθαινε ότι ίσως κάποιος άλλος είχε παίξει ρόλο στη γνωριμία τους.
Στο τέλος του γράμματος υπήρχε μια φράση:
«Αν δεν μπορέσω ποτέ να γυρίσω, να ξέρεις ότι η μεγαλύτερη χαρά μου θα είναι να ξέρω πως εσύ και η γυναίκα που αγαπάς θα ζήσετε τη ζωή που εγώ δεν κατάφερα να ζήσω.»
Η Σοφία έκλεισε τα μάτια.
Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε:
Γιατί ο Ανδρέας δεν της είχε μιλήσει ποτέ γι' αυτό;
Την επόμενη ημέρα πήγε να τον ρωτήσει.
Όμως δεν πρόλαβε.
Ο Ανδρέας είχε αρχίσει να αισθάνεται πολύ αδύναμος.
Τα παιδιά τον πήγαν στον γιατρό.
Οι εξετάσεις έδειξαν ότι η καρδιά του είχε επιβαρυνθεί σοβαρά.
Η Σοφία έμεινε δίπλα του.
«Μη φοβάσαι», της είπε.
«Δεν φοβάμαι για μένα.»
«Για ποιον φοβάσαι;»
Εκείνη του έδειξε το γράμμα.
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Για αρκετά δευτερόλεπτα δεν μίλησε.
Ύστερα ψιθύρισε:
«Το βρήκες.»
«Ήξερες ότι υπάρχει;»
Ο Ανδρέας έγνεψε.
«Το είχα φυλάξει για χρόνια.»
«Γιατί δεν μου το είπες;»
Εκείνος κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Γιατί φοβόμουν ότι θα σε βάλω να κουβαλήσεις μια ιστορία που δεν ήταν δική σου.»
Η Σοφία πλησίασε.
«Ήμασταν παντρεμένοι εβδομήντα οκτώ χρόνια, Ανδρέα. Ό,τι ήταν δικό σου ήταν και δικό μου.»
Εκείνος χαμογέλασε αδύναμα.
«Το ξέρω.»
Και τότε της αποκάλυψε όσα δεν είχε πει ποτέ.
Ο Νικόλαος είχε προσπαθήσει να επιστρέψει.
Όμως ένας συγγενής τους, ο Πέτρος, είχε φοβηθεί πως η επιστροφή του θα αποκάλυπτε πράγματα που θα έφερναν προβλήματα στην οικογένεια.
Ο Ανδρέας ήταν ακόμη πολύ νέος.
Και για χρόνια πίστευε ότι ο αδελφός του είχε πεθάνει.
Μόνο αργότερα έμαθε την αλήθεια.
Μόνο τότε κατάλαβε ότι ο Νικόλαος ήταν ζωντανός.
Και τότε είχε αρχίσει η αλληλογραφία.
Κρυφά.
Γράμμα με γράμμα.
Χωρίς να το ξέρουν όλοι.
Ο Νικόλαος είχε στείλει φωτογραφίες.
Είχε ρωτήσει για τα παιδιά.
Είχε ζητήσει νέα για τη Σοφία.
Και σε ένα από τα τελευταία του γράμματα είχε γράψει:
«Αν κάποτε μπορέσω να επιστρέψω, θέλω να καθίσω μαζί σας στο ίδιο τραπέζι.»
Δεν πρόλαβε.
Πέθανε μακριά από την πατρίδα.
Όμως πριν πεθάνει, είχε στείλει ένα τελευταίο γράμμα.
Το γράμμα αυτό δεν είχε φτάσει ποτέ στον Ανδρέα.
Το είχε κρατήσει κάποιος άλλος.
Χρόνια αργότερα, η κόρη του Πέτρου, η Μαρία, επισκέφθηκε τη Σοφία.
Κρατούσε έναν φάκελο.
«Η μητέρα μου μού είπε να σου τον δώσω μόνο όταν θα ήσουν έτοιμη.»
Η Σοφία τον πήρε.
«Τι είναι;»
Η Μαρία χαμήλωσε το βλέμμα.
«Το τελευταίο γράμμα του Νικόλαου.»
Η Σοφία το άνοιξε.
Και καθώς διάβαζε, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Ο Νικόλαος δεν κατηγορούσε κανέναν.
Δεν ζητούσε εκδίκηση.
Έγραφε μόνο ότι ήθελε να επιστρέψει.
Ήθελε να γνωρίσει τη Σοφία.
Ήθελε να δει τα παιδιά του αδελφού του.
Και στο τέλος έγραψε:
«Αν δεν προλάβω, πες στον Ανδρέα ότι ήμουν περήφανος γι' αυτόν. Και πες του να αγαπά τη Σοφία κάθε μέρα. Όχι μόνο όταν όλα είναι εύκολα.»
Η Σοφία άφησε το γράμμα πάνω στο τραπέζι.
Τώρα καταλάβαινε κάτι.
Η φράση που είχε πει ο Ανδρέας στην 78η επέτειό τους δεν ήταν τυχαία.
«Κάθε πρωί ξυπνούσα και την επέλεγα ξανά.»
Ίσως αυτή η φράση να είχε ξεκινήσει από ένα γράμμα που γράφτηκε δεκαετίες πριν.
Αλλά ο Ανδρέας δεν είχε τελειώσει ακόμη την ιστορία.
Γιατί εκείνο το βράδυ, όταν η Σοφία κάθισε δίπλα στο κρεβάτι του, εκείνος της είπε:
«Υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να ξέρεις.»
Η Σοφία έπιασε το χέρι του.
«Πες μου.»
Ο Ανδρέας την κοίταξε για τελευταία φορά με εκείνο το γνώριμο χαμόγελο.
«Το πιο σημαντικό γράμμα δεν το έχω κρατήσει εγώ.»
Συνεχίζεται στο ΤΕΛΙΚΟ…

0 comments:
Post a Comment