ΜΕΡΟΣ 3 — ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ Ο ΝΤΑΝΙΕΛ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΕ ΝΑ ΚΡΥΨΕΙ
Για μερικά δευτερόλεπτα απλώς κοιτούσα το κλειδί.
Δεν το άγγιξα.
Ήταν μικρό, ασημένιο και είχε πάνω του μια λευκή πλαστική ετικέτα.
4Β.
Το διαμέρισμα του Ντάνιελ.
Σήκωσα το βλέμμα.
Το μπαλκόνι του βρισκόταν ακριβώς πάνω από το δικό μου.
Η μπαλκονόπορτά του ήταν κλειστή.
Δεν ακουγόταν τίποτα.
Κι όμως, λίγα δευτερόλεπτα πριν, είχα ακούσει εκείνη τη συζήτηση.
Δεν ήξερα ποιος ήταν ο άλλος άντρας.
Δεν ήξερα γιατί υπήρχε ένα κλειδί.
Και κυρίως…
δεν ήξερα γιατί είχε πέσει στο δικό μου μπαλκόνι.
Έσκυψα και το πήρα.
Ήταν παγωμένο.
Το κράτησα ανάμεσα στα δάχτυλά μου και κοίταξα ξανά προς τα πάνω.
Τότε άκουσα την πόρτα του 4Β να ανοίγει.
«Κυρία Κόλιερ;»
Ο Ντάνιελ στεκόταν στο μπαλκόνι.
Το πρόσωπό του είχε χάσει κάθε χρώμα.
Κοίταξε το χέρι μου.
Μετά το κλειδί.
Και μετά εμένα.
«Αυτό…»
Σταμάτησε.
«Ναι», είπα.
«Δεν είναι αυτό που νομίζεις.»
Χαμογέλασα πικρά.
«Δεν ξέρω τι νομίζω ακόμα.»
Κατέβηκε από το μπαλκόνι του και χτύπησε την πόρτα μου λιγότερο από ένα λεπτό αργότερα.
Άνοιξα.
«Το κλειδί.»
Του το έδωσα.
Το άρπαξε.
«Ευχαριστώ.»
«Θέλεις να μου εξηγήσεις;»
«Δεν χρειάζεται.»
«Ένα κλειδί του διαμερίσματός σου έπεσε στο μπαλκόνι μου.»
«Έπεσε κατά λάθος.»
«Μπορεί.»
Με κοίταξε.
«Μάργκαρετ, δεν θέλω να μπλέξεις σε αυτό.»
«Δεν έχω μπλέξει εγώ.»
Έδειξα το μπαλκόνι.
«Εσύ το έφερες μέχρι εδώ.»
Έσφιξε τα δάχτυλά του γύρω από το κλειδί.
«Δεν είναι δική σου υπόθεση.»
«Συμφωνώ.»
Έκανα μια παύση.
«Όπως δεν ήταν δική σου υπόθεση τι έκανα στο δικό μου μπαλκόνι.»
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
Για πρώτη φορά δεν είχε απάντηση.
«Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω.»
«Όμως το έκανες.»
«Το ξέρω.»
«Και το έκανες ξανά και ξανά.»
«Το ξέρω.»
«Τότε γιατί;»
Έμεινε σιωπηλός.
«Γιατί τα φακελάκια;»
Δεν απάντησε.
«Γιατί τα σημειώματα;»
Τίποτα.
«Και γιατί μου είπες να μη σε προκαλώ;»
Ο Ντάνιελ κοίταξε κάτω.
«Δεν ξέρω.»
«Αυτό δεν είναι απάντηση.»
«Είναι η μόνη που έχω.»
Έκανε να φύγει.
Τότε τον σταμάτησα.
«Ντάνιελ.»
Γύρισε.
«Η μητέρα σου… είναι τόσο άρρωστη όσο μου είπαν;»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Για αρκετά δευτερόλεπτα δεν μίλησε.
Μετά έγνεψε.
«Ναι.»
«Και δεν σε αναγνωρίζει;»
Κατάπιε δύσκολα.
«Μερικές φορές.»
«Λυπάμαι.»
«Δεν χρειάζεται.»
«Χρειάζεται.»
Με κοίταξε.
«Δεν θέλω τον οίκτο σου.»
«Δεν σου δίνω οίκτο.»
Έκανα ένα βήμα προς το μέρος του.
«Σου δίνω κατανόηση. Είναι διαφορετικό.»
Δεν απάντησε.
Έφυγε.
Αλλά εκείνη τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Όχι εξαιτίας των φακέλων.
Ούτε εξαιτίας του κλειδιού.
Αλλά εξαιτίας μιας λεπτομέρειας που δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου.
Η φωνή του άλλου άντρα.
«Γιατί κάνεις όλα αυτά;»
Και η απάντηση του Ντάνιελ:
«Επειδή δεν ξέρω τι άλλο να κάνω.»
Το επόμενο πρωί, αποφάσισα να μην κάνω τίποτα.
Δεν θα τον κυνηγούσα.
Δεν θα ρωτούσα.
Δεν θα έψαχνα.
Θα άφηνα τον χρόνο να μου δείξει.
Στις 7:10, όμως, χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Ήταν η διαχείριση.
«Κυρία Κόλιερ, πρέπει να σας ενημερώσουμε για κάτι.»
«Τι συνέβη;»
«Ο κύριος Χάρτλεϊ υπέβαλε απάντηση στην καταγγελία σας.»
«Εντάξει.»
«Αρνείται ότι πέταξε τα περισσότερα αντικείμενα.»
Σήκωσα τα φρύδια.
«Τα περισσότερα;»
«Ναι.»
«Υπάρχουν φωτογραφίες.»
«Το γνωρίζουμε.»
«Και βίντεο.»
«Το γνωρίζουμε.»
«Τότε;»
Η γυναίκα δίστασε.
«Λέει ότι κάποιος άλλος χρησιμοποιούσε περιστασιακά το μπαλκόνι του.»
Σιωπή.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Δεν γνωρίζουμε.»
«Ποιος άλλος;»
«Δεν το ανέφερε.»
Έκλεισα το τηλέφωνο.
Κάτι δεν ταίριαζε.
Εκείνο το απόγευμα, καθώς έμπαινα στην πολυκατοικία, είδα έναν άντρα που δεν είχα ξαναδεί.
Γύρω στα πενήντα.
Σκούρο μπουφάν.
Κρατούσε έναν φάκελο.
Στάθηκε μπροστά στα γραμματοκιβώτια.
Όταν με είδε, πάγωσε.
«Μάργκαρετ;»
«Ναι.»
«Είμαι ο Τόμας.»
«Ποιος Τόμας;»
«Ο αδελφός του Ντάνιελ.»
Έμεινα ακίνητη.
«Α, μάλιστα.»
Με κοίταξε προσεκτικά.
«Εσύ είσαι από το 3Β;»
«Ναι.»
«Η γυναίκα με τα φακελάκια τσαγιού.»
Δεν μου άρεσε ο τρόπος που το είπε.
«Η γυναίκα που δέχτηκε τα φακελάκια τσαγιού», διόρθωσα.
Χαμογέλασε ελαφρά.
«Δίκαιο.»
Έπειτα κοίταξε προς το ασανσέρ.
«Ο Ντάνιελ είναι πάνω;»
«Δεν ξέρω.»
«Θα τον περιμένω.»
Έφυγα χωρίς άλλη κουβέντα.
Όμως κάτι με έκανε να κοιτάξω πίσω.
Ο Τόμας κρατούσε τον ίδιο τύπο μικρού μεταλλικού κλειδιού που είχε πέσει στο μπαλκόνι μου.
Το ίδιο σχήμα.
Το ίδιο χρώμα.
Την ίδια λευκή ετικέτα.
Μόνο που πάνω στη δική του έγραφε:
2C.
Το διαμέρισμα της κυρίας Όκαφορ.
Εκείνο το βράδυ χτύπησα την πόρτα της.
«Μάργκαρετ!»
«Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;»
«Φυσικά.»
«Γνωρίζεις τον Τόμας Χάρτλεϊ;»
Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε.
«Γιατί ρωτάς;»
«Τον είδα στην είσοδο.»
Η κυρία Όκαφορ κάθισε.
«Δεν πρέπει να ανακατεύεσαι.»
«Το ξέρω.»
«Τότε μην το κάνεις.»
«Κάτι συμβαίνει.»
«Το ξέρω.»
Αυτό με έκανε να σταματήσω.
«Τι εννοείς;»
Με κοίταξε.
«Ο Ντάνιελ δεν σου είπε;»
«Όχι.»
Έσκυψε προς το μέρος μου.
«Η μητέρα του δεν βρίσκεται απλώς σε οίκο ευγηρίας.»
«Τι άλλο υπάρχει;»
«Υπάρχει μια οικογενειακή διαμάχη.»
«Για τι;»
Η κυρία Όκαφορ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Για το σπίτι της μητέρας του.»
Σιωπή.
«Τι σχέση έχει αυτό με την πολυκατοικία;»
«Δεν ξέρω.»
«Κάτι ξέρεις.»
Με κοίταξε.
«Ο Ντάνιελ πιστεύει ότι κάποιος προσπαθεί να τον αναγκάσει να φύγει από εδώ.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω.»
«Και ο Τόμας;»
«Ο Τόμας θέλει να πουληθεί το σπίτι της μητέρας τους.»
Ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι.
«Και ο Ντάνιελ;»
«Δεν θέλει.»
«Γιατί;»
Η κυρία Όκαφορ χαμήλωσε τη φωνή.
«Επειδή πιστεύει ότι η μητέρα του δεν θα ήθελε να το πουλήσουν.»
Δεν μίλησα.
Ένιωθα ότι κομμάτια μιας ιστορίας άρχιζαν να ενώνονται.
Αλλά δεν μπορούσα ακόμα να καταλάβω πώς.
Εκείνο το βράδυ, γύρω στις δέκα, άκουσα φωνές από τον τέταρτο όροφο.
Ο Ντάνιελ.
Και ο Τόμας.
«Δεν μπορείς να συνεχίσεις να πληρώνεις τα πάντα μόνος σου!» φώναζε ο Τόμας.
«Δεν σου ζήτησα τίποτα.»
«Η μητέρα μας χρειάζεται φροντίδα!»
«Το ξέρω!»
«Τότε πού θα βρεις τα χρήματα;»
Σιωπή.
«Θα τα βρω.»
«Πώς;»
«Θα τα βρω.»
«Ντάνιελ, δεν έχεις πλέον τίποτα.»
Έπειτα ακούστηκε ένα χτύπημα.
Κάτι έπεσε.
«Μην αγγίζεις τα πράγματά μου!»
«Τότε σταμάτα να κρύβεις την αλήθεια!»
«Ποια αλήθεια;»
«Ότι το σπίτι δεν ανήκει πλέον μόνο στη μητέρα μας.»
Πάγωσα.
Μετά ακούστηκε μια φράση που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
«Αν βρουν το έγγραφο, τελειώσαμε.»
Το επόμενο πρωί δεν βγήκα στο μπαλκόνι.
Περίμενα μέχρι τις δέκα.
Μετά κατέβηκα στην είσοδο.
Στο πάτωμα, δίπλα στα γραμματοκιβώτια, βρήκα έναν φάκελο.
Δεν είχε όνομα.
Μόνο μία λέξη:
ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ.
Τον άνοιξα.
Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία.
Ήταν ο Ντάνιελ και μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Η μητέρα του.
Πίσω από τη φωτογραφία υπήρχε ημερομηνία.
Και κάτω από αυτήν, με χειρόγραφα γράμματα:
«Αν θέλεις να μάθεις γιατί πέφτουν τα φακελάκια τσαγιού στο μπαλκόνι σου, ρώτα τον Ντάνιελ ποιος έχει το δεύτερο κλειδί.»
Κοίταξα τη φωτογραφία ξανά.
Μετά γύρισα.
Ο Ντάνιελ στεκόταν στην είσοδο.
Με κοιτούσε.
Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο.
«Πού το βρήκες αυτό;»
Σήκωσα τον φάκελο.
«Ήταν για μένα.»
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
«Μάργκαρετ…»
«Ποιος μου το έστειλε;»
Δεν απάντησε.
«Ποιος έχει το δεύτερο κλειδί;»
Το πρόσωπό του έγινε άσπρο.
Και τότε κατάλαβα.
Δεν φοβόταν εμένα.
Φοβόταν αυτό που μπορεί να ανακάλυπτα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…


0 comments:
Post a Comment