Top Ad 728x90

Friday, September 25, 2026

ΜΕΡΟΣ 2 — ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΡΧΙΖΕΙ: «ΜΗΝ ΜΕ ΠΡΟΚΑΛΕΙΣ, ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ»

 


ΜΕΡΟΣ 2 — ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΡΧΙΖΕΙ: «ΜΗΝ ΜΕ ΠΡΟΚΑΛΕΙΣ, ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ»

Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίτερα από ό,τι συνήθως.

Δεν είχα κοιμηθεί καλά.

Το μικρό λευκό χαρτί βρισκόταν ακόμα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

«Μην με προκαλείς, Μάργκαρετ.»

Το είχα διαβάσει τουλάχιστον είκοσι φορές.

Το πιο περίεργο δεν ήταν η απειλή.

Ήταν το γεγονός ότι γνώριζε πως θα ήμουν εγώ αυτή που θα έβρισκε το χαρτί.

Ο Ντάνιελ ήξερε ακριβώς πού θα έπεφτε.

Ήξερε ότι θα έβγαινα στο μπαλκόνι.

Ήξερε ότι θα το έβλεπα.

Και ήξερε ότι θα με ενοχλούσε.

Στις 6:40 πήγα στην κουζίνα.

Έφτιαξα καφέ.

Στις 6:55 άνοιξα την κουρτίνα.

Το μπαλκόνι ήταν άδειο.

Για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες, τίποτα δεν είχε πέσει.

Σκέφτηκα ότι ίσως το χθεσινό σημείωμα ήταν απλώς μια τελευταία προσπάθεια να με φοβίσει.

Στις 7:03 άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος 4Β.

Δεν μπορούσα να τον δω.

Μπορούσα όμως να ακούσω.

Βήματα.

Έπειτα το σύρσιμο μιας καρέκλας.

Και μετά…

Τακ.

Ένα φακελάκι.

Σηκώθηκα αργά.

Δεν το άγγιξα.

Πήγα στο παράθυρο.

Σήκωσα το τηλέφωνό μου.

Έβγαλα φωτογραφία.

Ημερομηνία.

Ώρα.

Θέση.

Όλα.

Μετά περίμενα.

Στις 7:08 ακολούθησε δεύτερο.

Στις 7:11 τρίτο.

Τρία φακελάκια σε λιγότερο από δέκα λεπτά.

Έγραψα τα πάντα στο σημειωματάριο.

Το απόγευμα έψαξα το συμβόλαιό μου.

Διάβασα κάθε σχετική παράγραφο.

Απαγορευόταν η απόρριψη αντικειμένων από μπαλκόνια.

Απαγορευόταν η πρόκληση ζημιών σε άλλη μονάδα.

Απαγορευόταν η επαναλαμβανόμενη ενόχληση.

Και υπήρχε κάτι ακόμα.

Η διαχείριση μπορούσε να ζητήσει επίσημη διερεύνηση όταν υπήρχε τεκμηριωμένο επαναλαμβανόμενο περιστατικό.

Έκλεισα το συμβόλαιο.

Δεν ήθελα να το κάνω ακόμα.

Ήθελα πρώτα να του δώσω άλλη μία ευκαιρία.

Το ίδιο απόγευμα τον συνάντησα στο ασανσέρ.

«Ντάνιελ.»

«Μάργκαρετ.»

«Θέλω να μιλήσουμε.»

«Για τα φακελάκια;»

Η ερώτηση με ξάφνιασε.

«Ναι.»

«Δεν υπάρχει κάτι να πούμε.»

«Υπάρχει.»

Το ασανσέρ σταμάτησε στον τρίτο.

Βγήκα.

Πριν κλείσει η πόρτα, τον άκουσα.

«Σου είπα ότι θα μπορούσε να είναι χειρότερα.»

Η πόρτα έκλεισε.

Εκείνο το βράδυ αποφάσισα ότι δεν θα του μιλούσα ξανά.

Θα μιλούσα στη διαχείριση.

Όχι από θυμό.

Από ανάγκη.

Έγραψα μια επιστολή τριών σελίδων.

Δεν χρησιμοποίησα ούτε μία προσβλητική λέξη.

Κατέγραψα ημερομηνίες.

Ώρες.

Φωτογραφίες.

Την πρώτη συνομιλία.

Τη δεύτερη.

Το σημείωμα.

Τα φακελάκια.

Τη λεκιασμένη πετσέτα.

Το μαξιλάρι.

Και το γεγονός ότι του είχα ήδη ζητήσει δύο φορές να σταματήσει.

Την υπέγραψα.

Την έστειλα.

Δεν περίμενα όμως αυτό που συνέβη την επόμενη μέρα.

Στις 9:17 το πρωί χτύπησε το τηλέφωνό μου.

Ήταν η διαχείριση.

«Κυρία Κόλιερ;»

«Ναι.»

«Λάβαμε την καταγγελία σας.»

«Εντάξει.»

«Θα θέλαμε να σας κάνουμε μια ερώτηση.»

«Βεβαίως.»

Υπήρξε μια μικρή παύση.

«Ο κύριος Χάρτλεϊ έχει κάνει κάτι άλλο;»

«Τι εννοείτε;»

«Κάτι εκτός από τα φακελάκια τσαγιού;»

Σιώπησα.

«Γιατί ρωτάτε;»

Η υπάλληλος χαμήλωσε τη φωνή της.

«Επειδή αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται το διαμέρισμά του.»

Ένιωσα ένα ρίγος.

«Τι ακριβώς έχει αναφερθεί;»

«Δεν μπορώ να σας δώσω προσωπικές πληροφορίες για άλλον ένοικο.»

«Φυσικά.»

«Αλλά μπορώ να σας πω ότι υπάρχει προηγούμενη καταγραφή.»

«Για τι;»

«Για παράπονο σχετικά με θόρυβο.»

Έμεινα σιωπηλή.

«Πότε;»

«Πριν περίπου έξι μήνες.»

Έκλεισα τα μάτια.

Έξι μήνες.

Δηλαδή πολύ πριν εμφανιστούν τα φακελάκια.

«Ποιος έκανε το παράπονο;»

«Δεν μπορώ να σας πω.»

«Καταλαβαίνω.»

Πριν κλείσουμε, η γυναίκα είπε κάτι ακόμα.

«Κυρία Κόλιερ;»

«Ναι;»

«Σας συνιστώ να κρατήσετε όλα τα στοιχεία.»

«Γιατί;»

«Επειδή αν συνεχιστεί, θα χρειαστούν.»

Έκλεισα το τηλέφωνο.

Το ίδιο απόγευμα βρήκα ένα ακόμα σημείωμα στο γραμματοκιβώτιό μου.

Αυτή τη φορά δεν είχε τέσσερις λέξεις.

Είχε μόνο μία.

«Σταμάτα.»

Το κοίταξα.

Μετά το δίπλωσα.

Το έβαλα στον φάκελο με όλα τα υπόλοιπα.

Εκείνο το βράδυ, όμως, συνέβη κάτι που δεν περίμενα.

Χτύπησε η πόρτα μου.

Ήταν η κυρία Όκαφορ.

Κρατούσε μια σακούλα με ψώνια.

«Μάργκαρετ, μπορώ να σου μιλήσω;»

«Φυσικά.»

Μπήκε.

Κάθισε.

Και πριν προλάβω να ρωτήσω οτιδήποτε, είπε:

«Ο Ντάνιελ δεν είναι καλά.»

«Τι εννοείς;»

«Δεν ξέρω αν πρέπει να σου το πω.»

«Αν δεν πρέπει, μην το πεις.»

Με κοίταξε.

«Η μητέρα του είναι άρρωστη.»

Δεν μίλησα.

«Πολύ άρρωστη.»

Ένιωσα ξαφνικά κάτι να αλλάζει μέσα μου.

Όχι τη γνώμη μου για όσα έκανε.

Αλλά την εικόνα που είχα για εκείνον.

«Πόσο άρρωστη;»

Η κυρία Όκαφορ κατέβασε το βλέμμα.

«Δεν με αναγνωρίζει πάντα.»

Αυτό ήταν το μόνο που είπε.

Μετά σηκώθηκε.

Πριν φύγει, σταμάτησε στην πόρτα.

«Μην του το πεις ότι σου το είπα.»

«Δεν θα το κάνω.»

Έκλεισε την πόρτα.

Έμεινα μόνη.

Και για πρώτη φορά αναρωτήθηκα αν τα φακελάκια τσαγιού ήταν πραγματικά η ιστορία.

Ή αν ήταν απλώς το σύμπτωμα μιας πολύ μεγαλύτερης κατάρρευσης.

Το επόμενο πρωί βγήκα στο μπαλκόνι.

Για πρώτη φορά δεν πήρα μαζί μου το τηλέφωνο.

Δεν ήθελα να καταγράψω τίποτα.

Ήθελα απλώς να πιω τον καφέ μου.

Στις 7:06 άνοιξε η μπαλκονόπορτα του 4Β.

Περίμενα.

Και τότε άκουσα μια αντρική φωνή.

Όχι τον Ντάνιελ.

Κάποιον άλλον.

«Ντάνιελ, δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι.»

Σταμάτησα να αναπνέω.

«Δεν με νοιάζει», απάντησε ο Ντάνιελ.

«Η μητέρα σου σε χρειάζεται.»

«Το ξέρω!»

«Τότε γιατί κάνεις όλα αυτά;»

Σιωπή.

Μετά ακούστηκε ο Ντάνιελ.

Πολύ πιο χαμηλά.

«Επειδή δεν ξέρω τι άλλο να κάνω.»

Έμεινα ακίνητη.

Και τότε άκουσα την τελευταία φράση.

«Αν φύγει… δεν ξέρω τι θα κάνω.»

Έκλεισα αργά την πόρτα του μπαλκονιού.

Για πρώτη φορά, δεν ένιωθα μόνο θυμό.

Ένιωθα ότι υπήρχε κάτι που δεν γνώριζα.

Κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Και την ίδια στιγμή, στο πάτωμα του μπαλκονιού μου, είδα κάτι να πέφτει.

Όχι φακελάκι τσαγιού.

Ένα μικρό κλειδί.

Και πάνω του ήταν δεμένη μια ετικέτα με έναν αριθμό:

4Β.

Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

ΜΕΡΟΣ 3








0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90