ΜΕΡΟΣ 1
«ΜΗΝ ΠΑΡΕΙΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΣΟΥ!» — ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΠΡΙΝ ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΝ ΜΑΚΡΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΑΓΟΡΙ ΜΕΙΝΕΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΕΝΑ ΜΩΡΟ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ουγγαρία, 1945.
Ο χειμώνας είχε απλώσει ένα γκρίζο πέπλο πάνω από τα χωριά.
Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι λάσπη, τα σπίτια είχαν κλειστά παράθυρα και οι άνθρωποι είχαν μάθει να μιλούν ψιθυριστά.
Ο δεκάχρονος Άρον δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί χωρίς να ακούσει κάποιον μακρινό κρότο.
Πριν από τον πόλεμο, το μεγαλύτερό του πρόβλημα ήταν να προλάβει το σχολείο.
Τώρα, κάθε πρωί, η μητέρα του άνοιγε προσεκτικά την πόρτα και κοιτούσε τον δρόμο προτού του επιτρέψει να βγει.
«Γιατί φοβάσαι τόσο πολύ;» τη ρώτησε ένα πρωί.
Η μητέρα του, η Έστερ, γονάτισε μπροστά του.
«Επειδή υπάρχουν μέρες, αγόρι μου, που ο κόσμος ξεχνά πώς να είναι ανθρώπινος».
Ο Άρον δεν κατάλαβε.
Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγες ώρες αργότερα θα θυμόταν αυτά τα λόγια για το υπόλοιπο της ζωής του.
Στη γωνία του μικρού δωματίου κοιμόταν η μικρή του αδελφή.
Τη φώναζαν Μίρα.
Ήταν τόσο μικρή, ώστε τα χεράκια της δεν μπορούσαν ακόμη να κρατήσουν σωστά ένα κουτάλι.
Ο Άρον αγαπούσε να την κάνει να γελά.
Της έφτιαχνε παιχνίδια από κομμάτια ξύλου και της τραγουδούσε ένα αστείο τραγούδι που είχε επινοήσει μόνο γι' αυτήν.
«Όταν μεγαλώσεις», της έλεγε, «θα σου δείξω πώς να σκαρφαλώνεις στα δέντρα».
Η Μίρα απαντούσε με χαρούμενους ήχους.
Εκείνο το πρωινό, όμως, δεν υπήρχε γέλιο στο σπίτι.
Ο πατέρας τους, ο Ντάβιντ, στεκόταν δίπλα στο παράθυρο.
Κρατούσε ένα μικρό σακίδιο.
«Έστερ», ψιθύρισε, «αν έρθουν, πρέπει να φύγουν τα παιδιά».
Η μητέρα του Άρον έσφιξε τα χείλη.
«Δεν θα μας χωρίσουν».
Ο Ντάβιντ δεν απάντησε.
Και τότε ακούστηκε το πρώτο χτύπημα στην πόρτα.
Δυνατό.
Απότομο.
Ακολούθησε δεύτερο.
«ΑΝΟΙΞΤΕ!»
Η Έστερ άρπαξε τη Μίρα από την κούνια.
Ο Άρον σηκώθηκε τρομαγμένος.
«Μαμά;»
Εκείνη τον κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν είχε ξαναδεί.
Δεν ήταν μόνο φόβος.
Ήταν η αγωνία ενός ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι δεν έχει χρόνο.
Του έδωσε τη μικρή του αδελφή.
«Πάρε τη».
«Γιατί;»
«Άκουσέ με προσεκτικά, Άρον».
Τα χέρια της έτρεμαν καθώς τύλιγε το μωρό με μια μάλλινη κουβέρτα.
«Θα πας στην πίσω αποθήκη. Θα μείνεις εκεί μέχρι να σταματήσουν οι φωνές».
«Κι εσύ;»
«Θα έρθω».
Ήταν η πρώτη φορά που ο Άρον είδε τη μητέρα του να λέει κάτι χωρίς να μπορεί να τον κοιτάξει στα μάτια.
Η πόρτα άνοιξε με θόρυβο.
Ακούστηκαν αντρικές φωνές.
Βαριά βήματα.
Ο πατέρας του προσπάθησε να μιλήσει.
Κάποιος τον διέκοψε.
Η Έστερ έσπρωξε απαλά τον Άρον προς το πίσω δωμάτιο.
Πριν κλείσει την πόρτα, ακούμπησε τα χέρια της στα μάγουλά του.
«Ό,τι κι αν συμβεί, μην αφήσεις τη Μίρα μόνη».
«Μαμά, φοβάμαι».
Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της.
«Κι εγώ, αγόρι μου».
Τον φίλησε στο μέτωπο.
«Αλλά τώρα πρέπει να είσαι γενναίος και για τους δυο σας».
Η πόρτα έκλεισε.
Ο Άρον έμεινε ακίνητος.
Κρατούσε τη Μίρα τόσο σφιχτά, ώστε φοβήθηκε μήπως την πονέσει.
Έπειτα άκουσε τη μητέρα του να φωνάζει.
«Τα παιδιά μου δεν έκαναν τίποτα!»
Ακολούθησε ένας κρότος.
Μετά σιωπή.
Ο Άρον περίμενε.
Ένα λεπτό.
Δέκα.
Ίσως μία ώρα.
Δεν ήξερε.
Η Μίρα άρχισε να κλαίει.
«Σσσς», της ψιθύρισε. «Η μαμά θα γυρίσει».
Όμως η μαμά δεν γύρισε.
Όταν ο Άρον βγήκε από την αποθήκη, η εξώπορτα ήταν ανοιχτή.
Το τραπέζι αναποδογυρισμένο.
Το φλιτζάνι της μητέρας του σπασμένο στο πάτωμα.
Και πάνω στην καρέκλα του πατέρα του υπήρχε ένα μικρό χαρτί.
Ο Άρον το πήρε.
Ήταν γραμμένο βιαστικά.
«Αν δεν επιστρέψουμε, πήγαινε προς το χωριό όπου μένει η θεία Ρόζα. Μην περιμένεις. Προστάτευσε την αδελφή σου».
Ο Άρον διάβασε τις λέξεις ξανά και ξανά.
Έπειτα κοίταξε τη Μίρα.
Το μωρό είχε σταματήσει να κλαίει.
Τον κοιτούσε σαν να περίμενε από εκείνον μια απάντηση.
«Δεν ξέρω πού είναι η θεία Ρόζα», της ψιθύρισε.
Έξω, ο αέρας σφύριζε ανάμεσα στα δέντρα.
Ο Άρον πλησίασε το παράθυρο.
Στον δρόμο, μακριά, είδε μια ομάδα στρατιωτών να απομακρύνεται.
Ανάμεσά τους περπατούσαν δύο άνθρωποι.
Ο ένας φορούσε το καφέ παλτό του πατέρα του.
Ο άλλος είχε τη γαλάζια μαντίλα της μητέρας του.
Ο Άρον ακούμπησε το χέρι στο τζάμι.
«Μαμά…»
Ήθελε να τρέξει.
Να φωνάξει.
Να τους ακολουθήσει.
Τότε η Μίρα έβγαλε έναν μικρό ήχο.
Και θυμήθηκε την υπόσχεσή του.
Γύρισε προς το δωμάτιο.
Βρήκε ένα παλιό κομμάτι ύφασμα, μια κουβέρτα και λίγες πατάτες.
Δεν είχε χάρτη.
Δεν ήξερε τον δρόμο.
Ήξερε μόνο ότι κάπου, μακριά από εκείνο το σπίτι, ίσως υπήρχε ένας άνθρωπος που θα τους άνοιγε την πόρτα.
Έδεσε προσεκτικά τη μικρή του αδελφή στην πλάτη του.
Η Μίρα ακούμπησε το μάγουλό της στον ώμο του.
Ο Άρον πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Θα πάμε να βρούμε τη θεία Ρόζα», της είπε.
Έκανε το πρώτο βήμα προς την πόρτα.
Και τότε άκουσε πίσω του μια αντρική φωνή.
«Εσύ! Μικρέ! Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις με αυτό το μωρό;»
Ο Άρον γύρισε αργά.
Στην αυλή στεκόταν ένας άντρας με στρατιωτικό παλτό.
Και το χέρι του ήταν ακουμπισμένο στο όπλο του.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 2…

0 comments:
Post a Comment