Top Ad 728x90

Friday, October 30, 2026

ΜΕΡΟΣ 4 «ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙ Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ, ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΝΕΝΑΝ ΑΛΛΟΝ!» — Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΔΕΚΑΧΡΟΝΟΣ ΑΡΟΝ ΓΟΝΑΤΙΣΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΗΤΗΣΕ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

 


ΜΕΡΟΣ 4

«ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙ Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ, ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΝΕΝΑΝ ΑΛΛΟΝ!» — Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΔΕΚΑΧΡΟΝΟΣ ΑΡΟΝ ΓΟΝΑΤΙΣΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΗΤΗΣΕ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

«Βοήθεια!»

Η φωνή του Άρον έσπασε τη νυχτερινή σιωπή.

«Σας παρακαλώ!»

Η πόρτα της αποθήκης άνοιξε.

Η γυναίκα που τους είχε δώσει γάλα εμφανίστηκε κρατώντας μια λάμπα.

«Τι συμβαίνει;»

Ο Άρον έδειξε τη Μίρα.

«Καίγεται! Δεν ξυπνάει!»

Η γυναίκα άγγιξε το μέτωπο του μωρού.

Το πρόσωπό της σοβάρεψε.

«Πόσων μηνών είναι;»

Ο Άρον δίστασε.

«Δεν ξέρω ακριβώς… η μαμά έλεγε ότι σύντομα θα έκανε τα πρώτα της βήματα».

Η γυναίκα πήρε προσεκτικά τη Μίρα.

«Έλα μέσα».

Την έβαλε κοντά στη σόμπα, χωρίς να την πλησιάσει υπερβολικά στη φωτιά.

Έφερε καθαρό νερό.

Έλεγξε την αναπνοή της.

«Χρειάζεται γιατρό», είπε.

Ο Άρον την κοίταξε τρομαγμένος.

«Θα πεθάνει;»

«Δεν το ξέρουμε».

«Αλλά μπορείτε να τη σώσετε;»

Η γυναίκα δεν απάντησε αμέσως.

«Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε».

Ο Άρον κάθισε δίπλα στο μωρό.

Κρατούσε το μικρό του χέρι.

«Μίρα, άκουσέ με».

Τα μάτια της παρέμειναν κλειστά.

«Θυμάσαι το τραγούδι μας;»

Άρχισε να τραγουδά πολύ σιγά.

Ήταν ένα αστείο τραγούδι για ένα σπουργίτι που έχανε το καπέλο του.

Στο σπίτι τους, η Μίρα γελούσε κάθε φορά που το άκουγε.

Τώρα δεν αντιδρούσε.

Ο Άρον σταμάτησε.

«Σε παρακαλώ…»

Η γυναίκα τον άκουσε να κλαίει.

«Πώς σε λένε, παιδί μου;»

«Άρον».

«Εμένα με λένε Ίλονκα».

Ο Άρον σκούπισε τα μάτια του.

«Κυρία Ίλονκα, δεν έχω κανέναν άλλον».

Εκείνη έμεινε ακίνητη.

«Οι γονείς μου… τους πήραν».

Η φωνή του έτρεμε.

«Δεν ξέρω αν ζουν».

Έσκυψε πάνω από τη Μίρα.

«Της υποσχέθηκα ότι θα την προστατεύσω».

Η Ίλονκα κάθισε δίπλα του.

«Άρον, άκουσέ με».

Εκείνος σήκωσε το βλέμμα.

«Δεν φταις εσύ που αρρώστησε».

«Αλλά την έφερα μέσα στο κρύο».

«Την έφερες μέχρι εδώ ζωντανή».

Ο Άρον δεν απάντησε.

«Και τώρα δεν είσαι μόνος».

Η Ίλονκα σηκώθηκε.

«Θα φωνάξω τον γιατρό του χωριού».

«Μα έξω είναι νύχτα».

«Το ξέρω».

«Κι αν σας σταματήσουν;»

Η γυναίκα φόρεσε το παλτό της.

«Τότε θα τους πω ότι ένα μωρό χρειάζεται βοήθεια».

Ο Άρον την παρακολούθησε να βγαίνει.

Έμεινε μόνος δίπλα στη σόμπα.

Πέρασε πολλή ώρα.

Η Μίρα ανέπνεε γρήγορα.

Κάθε τόσο ο Άρον έσκυβε κοντά της για να βεβαιωθεί ότι ο αέρας εξακολουθούσε να βγαίνει από τα μικρά της χείλη.

Κάποια στιγμή θυμήθηκε τη μητέρα του.

Την τελευταία φορά που είχε δει το πρόσωπό της.

Μην την αφήσεις μόνη.

«Δεν θα την αφήσω», ψιθύρισε.

Η πόρτα άνοιξε λίγο πριν χαράξει.

Η Ίλονκα επέστρεψε μαζί με έναν ηλικιωμένο γιατρό.

Ο άντρας εξέτασε προσεκτικά τη Μίρα.

Άκουσε την αναπνοή της.

Έλεγξε το στήθος της.

Ο Άρον παρακολουθούσε κάθε κίνηση.

«Θα γίνει καλά;»

Ο γιατρός κοίταξε την Ίλονκα.

«Είναι πολύ εξαντλημένη και έχει πυρετό. Χρειάζεται φροντίδα, ζέστη και παρακολούθηση».

«Θα πεθάνει;» επέμεινε ο Άρον.

Ο γιατρός γονάτισε μπροστά του.

«Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ κάτι που δεν γνωρίζω. Αλλά τώρα είμαστε εδώ και θα τη βοηθήσουμε».

Ο Άρον έγνεψε.

Έμειναν στο σπίτι δύο ημέρες.

Η Ίλονκα τάιζε τη Μίρα και βοηθούσε τον Άρον να ξεκουραστεί.

Τη δεύτερη νύχτα, το μωρό άνοιξε τα μάτια.

Ο Άρον έσκυψε από πάνω της.

«Μίρα;»

Η μικρή τον κοίταξε.

Και έβγαλε έναν αδύναμο ήχο.

Ο Άρον γέλασε και έκλαψε μαζί.

«Εδώ είμαι!»

Την αγκάλιασε προσεκτικά.

«Δεν θα φύγω ποτέ».

Το επόμενο πρωί, η Ίλονκα του είπε ότι μπορούσε να μείνει.

«Δεν χρειάζεται να συνεχίσεις τώρα».

Ο Άρον κοίταξε έξω από το παράθυρο.

«Πρέπει να βρω τη θεία Ρόζα».

«Μπορεί να μην είναι εκεί».

«Μπορεί όμως να είναι».

Η Ίλονκα αναστέναξε.

«Είσαι πεισματάρης».

«Έτσι λέει κι η μαμά».

Η γυναίκα χαμογέλασε θλιμμένα.

Του έδωσε καθαρά ρούχα, λίγο ψωμί και ένα μικρό δοχείο με γάλα.

Πριν φύγει, ο Άρον την αγκάλιασε.

«Θα σας θυμάμαι».

«Να θυμάσαι να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι».

Ο Άρον έδεσε ξανά τη Μίρα στην πλάτη του.

Ξεκίνησε.

Όμως λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, κοντά σε ένα κατεστραμμένο αγρόκτημα, συνάντησε έναν άντρα που κρατούσε ένα μικρό κάρο.

«Πού πας, μικρέ;»

«Προς τα δυτικά».

Ο άντρας κοίταξε το μωρό.

«Αν ψάχνεις το χωριό της Ρόζας, καλύτερα να ξέρεις κάτι».

Ο Άρον σταμάτησε.

«Τι;»

Ο άντρας έδειξε τον δρόμο.

«Άκουσα ότι το χωριό εκείνο κάηκε πριν από λίγες εβδομάδες».

Ο Άρον ένιωσε τα πόδια του να λυγίζουν.

«Και οι άνθρωποι;»

Ο άντρας χαμήλωσε το βλέμμα.

«Δεν ξέρω πόσοι γλίτωσαν».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 5…

ΜΕΡΟΣ 5 ➡️








0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90