Top Ad 728x90

Friday, September 25, 2026

ΜΕΡΟΣ 4 — ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΛΕΙΔΙ: «ΑΝ ΤΟ ΒΡΕΙΣ, ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ»

 


ΜΕΡΟΣ 4 — ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΛΕΙΔΙ: «ΑΝ ΤΟ ΒΡΕΙΣ, ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ»

Ο Ντάνιελ στεκόταν απέναντί μου στην είσοδο της πολυκατοικίας.

Δεν μιλούσε.

Κρατούσα ακόμα τη φωτογραφία στο χέρι μου.

«Ποιος έχει το δεύτερο κλειδί;» επανέλαβα.

Εκείνος κοίταξε γύρω του.

Ήταν σαν να φοβόταν ότι κάποιος μας άκουγε.

«Πρέπει να ανέβουμε.»

«Όχι.»

Με κοίταξε.

«Εδώ θα μου πεις.»

Πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Ο Τόμας.»

«Ο αδελφός σου;»

Έγνεψε.

«Γιατί έχει κλειδί;»

«Επειδή η μητέρα μου του το έδωσε πριν αρρωστήσει.»

«Για το σπίτι της;»

«Ναι.»

«Και γιατί η φωτογραφία γράφει να ρωτήσω ποιος έχει το δεύτερο κλειδί;»

Ο Ντάνιελ δεν απάντησε.

«Ντάνιελ.»

«Δεν ξέρω ποιος έστειλε τον φάκελο.»

«Αλλά ξέρεις γιατί.»

Έκλεισε τα μάτια.

«Ναι.»

«Πες μου.»

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε.

Μετά είπε:

«Η μητέρα μου είχε ένα μικρό σπίτι έξω από την πόλη.»

«Το ξέρω.»

«Όχι. Δεν ξέρεις.»

Σήκωσε το βλέμμα του.

«Πριν αρρωστήσει, μου είπε ότι υπήρχε ένα έγγραφο κρυμμένο εκεί.»

«Τι έγγραφο;»

«Ένα παλιό συμβόλαιο.»

«Για το σπίτι;»

«Όχι ακριβώς.»

Έκανε μια παύση.

«Για ένα κομμάτι γης πίσω από το σπίτι.»

Δεν καταλάβαινα.

«Και γιατί είναι τόσο σημαντικό;»

«Επειδή πριν από χρόνια, ο πατέρας μου το είχε υποσχεθεί σε έναν επιχειρηματία.»

«Και;»

«Η μητέρα μου αρνήθηκε να το πουλήσει.»

«Γιατί;»

«Επειδή η γη δεν ήταν μόνο δική μας.»

«Τίνος ήταν;»

Ο Ντάνιελ με κοίταξε.

«Της οικογένειας του πατέρα μου. Υπήρχε μια παλιά συμφωνία.»

«Και ο Τόμας θέλει να πουλήσει;»

«Ναι.»

«Και εσύ όχι.»

«Όχι.»

«Γιατί;»

«Επειδή η μητέρα μου είπε ότι αν πουλήσουμε, θα χαθεί κάτι που ανήκει σε περισσότερους ανθρώπους.»

Έμεινα σιωπηλή.

Όλα άρχισαν να γίνονται πιο περίπλοκα.

«Και τι σχέση έχουν τα φακελάκια τσαγιού;»

Ο Ντάνιελ έσκυψε το κεφάλι.

«Δεν ξεκίνησα εγώ.»

«Τι;»

«Τα πρώτα… ναι. Εγώ τα πέταξα.»

Τον κοίταξα.

«Αλλά μετά…»

Σταμάτησε.

«Μετά τι;»

«Κάποιος άλλος άρχισε να τα πετάει.»

«Ποιος;»

«Δεν ξέρω.»

«Μα εσύ μου είπες ότι τα πετούσες όταν ήσουν κουρασμένος.»

«Ήταν αλήθεια.»

«Και μετά;»

«Μετά κάποιος κατάλαβε ότι εσύ θα νόμιζες πως ήμουν εγώ.»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.

«Ποιος;»

«Δεν ξέρω.»

«Τότε γιατί δεν μου το είπες;»

Με κοίταξε με μάτια κουρασμένα.

«Επειδή φοβήθηκα.»

«Από ποιον;»

«Από όλους.»

Πριν προλάβω να απαντήσω, ακούστηκε η πόρτα της εισόδου.

Ο Τόμας.

Μπήκε μέσα.

Μας είδε.

Κοίταξε τον Ντάνιελ.

Μετά εμένα.

«Βρήκες τον φάκελο», είπε.

Δεν ήταν ερώτηση.

Ήταν διαπίστωση.

«Εσύ τον έστειλες;»

Ο Τόμας χαμογέλασε αχνά.

«Όχι.»

«Τότε ποιος;»

«Δεν ξέρω.»

«Τότε γιατί ήξερες για τον φάκελο;»

Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.

«Επειδή κάποιος προσπαθεί να μας κάνει να στραφούμε ο ένας εναντίον του άλλου.»

Ο Ντάνιελ τον κοίταξε.

«Ποιος;»

Ο Τόμας έβγαλε έναν φάκελο από το μπουφάν του.

«Αυτός.»

Μου έδωσε μια φωτοτυπία.

Ήταν ένα παλιό έγγραφο.

Στο κάτω μέρος υπήρχε η υπογραφή της μητέρας τους.

Και δίπλα της…

μια δεύτερη υπογραφή.

Αγνώστου.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησα.

«Η αρχική συμφωνία για τη γη.»

«Και γιατί είναι σημαντική;»

Ο Τόμας κοίταξε τον Ντάνιελ.

«Επειδή η μητέρα μας δεν είχε ποτέ δικαίωμα να πουλήσει ολόκληρο το οικόπεδο.»

Ο Ντάνιελ πήρε το έγγραφο.

Το διάβασε.

Το πρόσωπό του άλλαξε.

«Αυτό δεν γίνεται.»

«Γίνεται.»

«Πού το βρήκες;»

«Στο σπίτι.»

«Ποιο σπίτι;»

«Της μητέρας μας.»

Ο Ντάνιελ έκανε ένα βήμα πίσω.

«Άρα κάποιος είπε ψέματα.»

«Ναι.»

«Ποιος;»

Ο Τόμας δεν απάντησε.

Τότε χτύπησε το τηλέφωνο του Ντάνιελ.

Κοίταξε την οθόνη.

Το πρόσωπό του πάγωσε.

«Ποιος είναι;» ρώτησα.

«Ο δικηγόρος.»

«Απάντησε.»

Δεν το έκανε.

Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά.

Και ξανά.

Τελικά απάντησε.

«Ναι;»

Άκουσε για λίγα δευτερόλεπτα.

«Τι;»

Έγινε χλωμός.

«Πότε;»

Σιωπή.

«Δεν έχω υπογράψει τίποτα.»

Κοίταξε τον Τόμας.

«Ποιος υπέγραψε;»

Το πρόσωπό του άλλαξε.

«Εγώ δεν υπέγραψα.»

Έκλεισε.

«Τι συνέβη;» ρώτησα.

Ο Ντάνιελ με κοίταξε.

«Κάποιος προσπάθησε να πουλήσει το σπίτι.»

«Ποιος;»

«Χρησιμοποιώντας το όνομά μου.»

Σιωπή.

Και τότε άκουσα κάτι που με έκανε να ανατριχιάσω.

Από πάνω.

Από το 4Β.

Ένα παράθυρο έκλεισε.

Κανείς μας δεν ήταν πάνω.

Ο Ντάνιελ κοίταξε τον Τόμας.

Ο Τόμας κοίταξε εμένα.

«Ποιος είναι στο διαμέρισμά μου;» ψιθύρισε ο Ντάνιελ.

Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας.

Εμείς ακολουθήσαμε.

Η πόρτα του 4Β ήταν κλειδωμένη.

Ο Ντάνιελ έβγαλε το κλειδί.

Το έβαλε στην κλειδαριά.

Δεν γύρισε.

«Τι;»

«Αυτό δεν είναι το κλειδί μου.»

Το κοίταξε.

Η ετικέτα έγραφε:

4Β.

Αλλά η κλειδαριά δεν άνοιγε.

Ο Τόμας ψιθύρισε:

«Έχει αλλάξει.»

Και τότε από μέσα ακούστηκε ένας ήχος.

Ένα συρτάρι που άνοιγε.

Ο Ντάνιελ χτύπησε την πόρτα.

«Ποιος είναι μέσα;»

Καμία απάντηση.

«Άνοιξε!»

Σιωπή.

Μετά ακούστηκαν βήματα.

Προς την πίσω πόρτα.

Ο Ντάνιελ έτρεξε προς τη σκάλα.

Αλλά μέχρι να φτάσει στην πίσω είσοδο…

ο άνθρωπος είχε εξαφανιστεί.

Στο πάτωμα υπήρχε μόνο ένα πράγμα.

Ένα υγρό φακελάκι τσαγιού.

Και πάνω του ένα μικρό χαρτί.

Ο Ντάνιελ το σήκωσε.

Το διάβασε.

Μετά μου το έδωσε.

Έγραφε:

«Τώρα καταλαβαίνεις γιατί έπρεπε να φύγεις, Μάργκαρετ.»

Κοίταξα τον Ντάνιελ.

«Γιατί εγώ;»

Δεν απάντησε.

Ο Τόμας πήρε το χαρτί.

Το διάβασε.

Και τότε είπε κάτι που άλλαξε τα πάντα.

«Δεν θέλουν να φύγει ο Ντάνιελ.»

Σταμάτησε.

«Θέλουν να φύγεις εσύ.»

Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

ΜΕΡΟΣ5







0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90