ΜΕΡΟΣ 3: Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ, ΤΑ ΔΙΔΑΚΤΡΑ ΤΗΣ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ
Για αρκετά δευτερόλεπτα, κανείς δεν μίλησε.
Κοίταζα το όνομα του αδελφού μου στο έγγραφο και προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς σήμαινε.
Ο Μπράις είχε σπουδάσει στην Καλιφόρνια.
Ο πατέρας μου είχε πει ότι είχε βρει έναν τρόπο να πληρώσει τα δίδακτρα.
Και ο παππούς μου είχε δημιουργήσει έναν λογαριασμό για να βοηθήσει εμένα να ξεκινήσω τη ζωή μου χωρίς φοιτητικά χρέη.
Δεν ήξερα αν αυτά τα γεγονότα συνδέονταν.
Ήξερα μόνο ότι δεν μπορούσα πλέον να προσποιούμαι πως δεν υπήρχε κάτι παράξενο.
«Θέλω να καταλάβω», είπα στον Έμετ. «Ο παππούς είχε χρήματα για να εξοφλήσει το δάνειό μου. Ο πατέρας μου παρέλαβε τα έγγραφα. Και τώρα ανακαλύπτουμε ότι υπήρχαν χρήματα για τις σπουδές του Μπράις;»
«Αυτά είναι τα στοιχεία που έχουμε μέχρι στιγμής», απάντησε. «Δεν θα ήταν σωστό να βγάλουμε οριστικά συμπεράσματα πριν ολοκληρωθεί ο έλεγχος».
Η γιαγιά μου περπατούσε πάνω κάτω στο σαλόνι.
«Ο Έλγουντ δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ τα χρήματα της Χάλι για να πληρώσει τα δίδακτρα κάποιου άλλου χωρίς να της το πει».
«Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν συνέβη κάτι τέτοιο», είπε ο Έμετ.
Η γιαγιά σταμάτησε.
«Τότε θα μάθουμε».
Εκείνο το βράδυ επέστρεψα στο σπίτι μου με το γράμμα του παππού μέσα στην τσάντα μου.
Δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τον Μπράις.
Δεν του είχα πει ποτέ ότι δυσκολευόμουν οικονομικά. Δεν ήθελα να τον κάνω να αισθανθεί ένοχος επειδή είχε την ευκαιρία να σπουδάσει σε ένα καλό πανεπιστήμιο.
Την επόμενη ημέρα, του τηλεφώνησα.
«Γεια σου, Χαλ! Τι κάνεις;» απάντησε χαρούμενα.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι για το πανεπιστήμιο».
Η φωνή του άλλαξε ελάχιστα.
«Εντάξει. Τι συμβαίνει;»
«Θυμάσαι πώς πληρώθηκαν τα δίδακτρά σου;»
Ακολούθησε μια παύση.
«Ο μπαμπάς είχε κανονίσει τα οικονομικά».
«Σου είπε ότι χρησιμοποίησε χρήματα του παππού;»
«Όχι ακριβώς».
«Τι σημαίνει όχι ακριβώς;»
Ο Μπράις αναστέναξε.
«Χάλι, έχουν περάσει χρόνια. Ήμουν φοιτητής. Δεν έλεγχα κάθε τραπεζική συναλλαγή».
«Δεν σε κατηγορώ για κάτι. Θέλω απλώς να ξέρω τι γνωρίζεις».
«Ο μπαμπάς μού είπε ότι ο παππούς ήθελε να βοηθήσει την οικογένεια. Ότι είχε δημιουργηθεί ένας λογαριασμός για τις σπουδές μας».
«Για τις σπουδές μας;»
«Ναι».
«Και για τις δικές μου;»
Η σιωπή του ήταν μεγαλύτερη αυτή τη φορά.
«Νόμιζα ότι είχες πάρει υποτροφίες».
Έκλεισα τα μάτια.
«Μπράις, δεν είχα υποτροφία που να καλύπτει το δάνειό μου».
«Δεν το ήξερα».
Ήθελα να τον πιστέψω.
Ήταν ο μικρός μου αδελφός. Είχαμε μεγαλώσει μαζί, είχαμε μοιραστεί το ίδιο δωμάτιο σε δύσκολες περιόδους και είχαμε γελάσει με αστεία που κανείς άλλος δεν καταλάβαινε.
Δεν ήθελα να τον δω ως εχθρό.
«Μπορείς να μου στείλεις τα έγγραφα που έχεις από το πανεπιστήμιο;» ρώτησα.
«Θα κοιτάξω τι μπορώ να βρω».
Πριν κλείσουμε, μου είπε κάτι που δεν περίμενα.
«Χάλι, ο μπαμπάς τηλεφώνησε χθες το βράδυ. Ήταν πολύ αναστατωμένος».
«Τι σου είπε;»
«Με ρώτησε αν είχα μιλήσει μαζί σου για τα χρήματα του παππού».
Ένιωσα το σώμα μου να παγώνει.
«Και τι του είπες;»
«Ότι όχι».
«Τότε γιατί σε ρώτησε;»
«Δεν ξέρω. Αλλά μου είπε να μην ανακατευτώ».
Όταν κλείσαμε, έμεινα καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού.
Το επόμενο πρωί, ο Έμετ τηλεφώνησε στη γιαγιά μου.
Είχε λάβει τα πρώτα τραπεζικά έγγραφα.
Το ποσό των 39.800 δολαρίων είχε μεταφερθεί από έναν λογαριασμό που συνδεόταν με τα οικονομικά του περιβολιού σε λογαριασμό της επιχείρησης του πατέρα μου.
Η συναλλαγή είχε καταγραφεί ως προσωρινή οικονομική διευκόλυνση.
«Υπάρχει υπογεγραμμένη συμφωνία;» ρώτησε η γιαγιά.
«Δεν έχω εντοπίσει ακόμη πλήρη συμφωνία που να εξηγεί τη μεταφορά», απάντησε ο Έμετ. «Εξετάζουμε τα αρχεία και θα ζητήσουμε τα υπόλοιπα έγγραφα».
«Και το δάνειο της Χάλι;»
«Δεν έχω βρει επιβεβαίωση ότι εξοφλήθηκε».
Η γιαγιά έκλεισε το τηλέφωνο και με κάλεσε.
Όταν έφτασα στο σπίτι της, είχε απλώσει πάνω στο τραπέζι φωτοτυπίες από τα παλιά λογιστικά βιβλία του παππού.
«Κοίτα εδώ», μου είπε.
Σε μια σελίδα υπήρχε η εγγραφή για το δάνειό μου.
Σε μια άλλη, λίγους μήνες αργότερα, υπήρχε μια σημείωση για την επιχείρηση του πατέρα μου.
Προσωρινή βοήθεια στον Ρίτσαρντ. Να επιστραφεί όταν ολοκληρωθεί η πώληση των οχημάτων.
Το ποσό δεν αναφερόταν καθαρά στη φωτοτυπία.
«Η γιαγιά δεν γνώριζε αυτή τη συμφωνία;» ρώτησα.
«Ο Έλγουντ με είχε ενημερώσει ότι βοηθούσε τον πατέρα σου να ξεπεράσει μια δύσκολη περίοδο», είπε. «Μου είπε ότι θα επέστρεφε τα χρήματα».
«Και τα επέστρεψε;»
Η γιαγιά κούνησε το κεφάλι της.
«Δεν γνωρίζω».
Για πρώτη φορά, κατάλαβα πόσο εύκολο είναι να δημιουργούνται μυστικά μέσα σε μια οικογένεια.
Δεν χρειάζεται πάντα κάποιος να πει ένα μεγάλο ψέμα.
Μερικές φορές αρκεί να αφήσει μια πρόταση στη μέση, να κρύψει ένα έγγραφο ή να υποσχεθεί ότι θα εξηγήσει τα πάντα αργότερα.
Και το αργότερα μπορεί να μη φτάσει ποτέ.
Το απόγευμα, ο πατέρας μου εμφανίστηκε στο σπίτι της γιαγιάς.
Δεν χτύπησε απαλά την πόρτα.
Χτύπησε δύο φορές και μπήκε μόλις η γιαγιά την άνοιξε.
«Τζουν, πρέπει να μιλήσουμε».
Εκείνη στάθηκε μπροστά του.
«Θα μιλήσουμε. Αλλά δεν θα πάρεις κανένα έγγραφο από αυτό το σπίτι».
Ο πατέρας μου κοίταξε προς το σαλόνι και με είδε.
«Χάλι».
«Μπαμπά».
Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά το χαμόγελό του εξαφανίστηκε όταν είδε τα έγγραφα πάνω στο τραπέζι.
«Δεν έπρεπε να φτάσουμε ως εδώ».
«Πώς θα έπρεπε να το λύσουμε, μπαμπά;» τον ρώτησα. «Να συνεχίσω να πληρώνω το δάνειό μου χωρίς να μάθω ποτέ τι είχε κανονίσει ο παππούς;»
«Δεν είναι τόσο απλό».
«Τότε εξήγησέ μου».
Κάθισε αργά.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου, δεν έτρεξα να του προσφέρω νερό ούτε να τον ρωτήσω αν ήταν κουρασμένος.
Περίμενα.
Ο πατέρας μου πέρασε το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του.
«Η επιχείρηση είχε σοβαρά προβλήματα εκείνη την περίοδο. Είχα χρέη, προμηθευτές που ζητούσαν τα χρήματά τους και ανθρώπους που περίμεναν να πληρωθούν».
«Και πήρες τα χρήματα του παππού;»
«Μου τα δάνεισε».
Η γιαγιά παρενέβη.
«Ο Έλγουντ μού είπε ότι θα σε βοηθούσε για λίγο. Δεν μου είπε ότι τα χρήματα θα συνδέονταν με το δάνειο της Χάλι».
Ο πατέρας μου έσκυψε το κεφάλι.
«Η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχό μου».
«Τι συνέβη στο γράμμα μου;» ρώτησα.
Με κοίταξε.
Και τότε κατάλαβα ότι ήξερε ακριβώς ποιο γράμμα εννοούσα.
«Το είδες;» ψιθύρισε.
«Ναι».
Ο πατέρας μου έμεινε ακίνητος.
«Δεν ήθελα να σε πληγώσω».
«Τότε γιατί δεν μου το έδωσες;»
Δεν απάντησε.
Η γιαγιά σηκώθηκε.
«Ρίτσαρντ, θέλω να μου πεις την αλήθεια. Όλη την αλήθεια».
Εκείνος κοίταξε το πάτωμα.
«Όταν ο Έλγουντ μου έδωσε τα χρήματα, πίστευα ότι θα τα επέστρεφα γρήγορα. Αλλά η επιχείρηση χειροτέρεψε. Χρησιμοποίησα μέρος τους για να πληρώσω επείγουσες υποχρεώσεις».
«Και τα υπόλοιπα;» ρώτησε η γιαγιά.
Ο πατέρας μου έτριψε τα χέρια του.
«Ένα μέρος πήγε στα δίδακτρα του Μπράις».
Ένιωσα σαν να με είχε χτυπήσει κάποιος στο στήθος.
«Μου είπες ότι είχες βρει άλλη λύση».
«Δεν ήθελα να ανησυχήσεις».
«Και το δικό μου δάνειο;»
«Σκόπευα να το τακτοποιήσω».
«Πότε;»
Ο πατέρας μου με κοίταξε με μάτια γεμάτα φόβο.
«Πριν πεθάνει ο παππούς σου».
Η γιαγιά έκλεισε τα μάτια.
«Και γιατί δεν το έκανες;»
Ο πατέρας μου δεν απάντησε.
Τότε χτύπησε το τηλέφωνο του Έμετ, ο οποίος είχε φτάσει λίγα λεπτά νωρίτερα και παρακολουθούσε τη συζήτηση σιωπηλά.
Ο δικηγόρος άκουσε για λίγο και ύστερα ζήτησε να του στείλουν ένα έγγραφο.
Όταν έκλεισε, στράφηκε προς τον πατέρα μου.
«Ρίτσαρντ, υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να εξηγήσεις».
Ο πατέρας μου ανασηκώθηκε απότομα.
«Τι;»
Ο Έμετ ακούμπησε ένα νέο χαρτί στο τραπέζι.
«Βρέθηκε μια δεύτερη μεταφορά χρημάτων, αρκετούς μήνες μετά την πρώτη. Και αυτή τη φορά, η αιτιολογία δεν αναφέρει την επιχείρησή σου».
Η γιαγιά έσκυψε πάνω από το έγγραφο.
Εγώ κοίταξα το ποσό.
Και ο πατέρας μου, για πρώτη φορά από τότε που μπήκε στο σπίτι, φάνηκε να χάνει εντελώς τον έλεγχο του εαυτού του.
«Αυτό δεν έπρεπε να υπάρχει», ψιθύρισε.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment