ΜΕΡΟΣ 4 — «Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΞΕΣΠΑΣΕ ΣΕ ΚΛΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΙΠΕ “ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΒΑΡΟΣ” — Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΚΑΝΕ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΝΑ ΔΑΚΡΥΣΕΙ»
Η προετοιμασία για την παρέλαση είχε αρχίσει.
Ο Αντρέας ήταν ενθουσιασμένος.
Κάθε απόγευμα ζητούσε από τον πατέρα του να κάνουν λίγη εξάσκηση.
Στην αρχή περπατούσαν μέσα στο σπίτι.
Ύστερα στην αυλή.
Αργότερα, σε μια μικρή διαδρομή κοντά στο πάρκο.
Πάντα με τον ρυθμό που μπορούσε να ακολουθήσει ο Αντρέας.
Και πάντα με διαλείμματα.
Ο Δημήτρης είχε μάθει να παρατηρεί τις μικρές αλλαγές.
Πότε ο γιος του κουραζόταν.
Πότε χρειαζόταν να σταματήσει.
Πότε η προσπάθεια έπαυε να είναι ευχάριστη.
Δεν τον πίεζε.
Αλλά ο Αντρέας πίεζε πολλές φορές τον εαυτό του.
Ήθελε τόσο πολύ να συμμετάσχει.
Ένα απόγευμα, έπειτα από λίγα λεπτά εξάσκησης, σταμάτησε απότομα.
«Μπαμπά, δεν μπορώ.»
Ο Δημήτρης πλησίασε αμέσως.
«Πονάς;»
«Λίγο.»
«Τότε σταματάμε.»
«Όχι!»
Ο μικρός προσπάθησε να κάνει άλλο ένα βήμα.
Το σώμα του έγειρε.
Ο πατέρας τον στήριξε.
«Αντρέα, δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε.»
Τότε ο μικρός ξέσπασε σε κλάματα.
«Δεν είναι δίκαιο!»
Ο Δημήτρης γονάτισε μπροστά του.
«Το ξέρω, αγόρι μου.»
«Όλοι οι άλλοι μπορούν!»
«Ο καθένας έχει διαφορετικές δυνατότητες.»
«Εγώ θέλω απλώς να περπατήσω μαζί τους!»
Η φωνή του έσπασε.
«Δεν θέλω να είμαι βάρος.»
Ο Δημήτρης πάγωσε.
Αυτή η λέξη τον πλήγωσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Βάρος.
Ο γιος του πίστευε ότι ήταν βάρος.
Ο Δημήτρης έπιασε απαλά το πρόσωπό του.
«Μην το ξαναπείς αυτό για τον εαυτό σου.»
Ο Αντρέας τον κοίταξε μέσα από τα δάκρυά του.
«Αλλά πρέπει πάντα να με βοηθάς.»
«Και λοιπόν;»
«Δεν κουράζεσαι;»
Ο Δημήτρης πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Φυσικά κουράζομαι μερικές φορές. Όπως όλοι οι άνθρωποι.»
Ο μικρός χαμήλωσε το βλέμμα.
Ο πατέρας συνέχισε:
«Αλλά η κούραση δεν σημαίνει ότι εσύ είσαι βάρος.»
Ο Αντρέας τον κοίταξε.
«Αλήθεια;»
«Αλήθεια.»
Ο Δημήτρης χαμογέλασε.
«Ξέρεις πόσες φορές με έχεις βοηθήσει εσύ;»
Ο μικρός συνοφρυώθηκε.
«Εγώ;»
«Ναι, εσύ.»
«Πώς;»
«Όταν έχω μια δύσκολη ημέρα και μου χαμογελάς. Όταν μου θυμίζεις να μη θυμώνω για μικροπράγματα. Όταν μου λες ότι μ' αγαπάς.»
Τα μάτια του Αντρέα γέμισαν ξανά.
«Αυτά δεν είναι βοήθεια.»
«Για μένα είναι.»
Ο Δημήτρης τού έσφιξε το χέρι.
«Η οικογένεια δεν είναι ένας άνθρωπος που βοηθά και ένας άλλος που μόνο δέχεται. Είμαστε άνθρωποι που στηρίζουμε ο ένας τον άλλον.»
Η Ελένη στεκόταν στην πόρτα.
Είχε ακούσει όλη τη συζήτηση.
Σκούπισε διακριτικά τα μάτια της.
Ο Αντρέας έσκυψε προς τον πατέρα του.
«Μπαμπά;»
«Ναι;»
«Αν τελικά δεν μπορέσω να παρελάσω, θα είσαι περήφανος για μένα;»
Ο Δημήτρης τον αγκάλιασε.
«Είμαι ήδη περήφανος για σένα.»
Εκείνο το βράδυ αποφάσισαν να κάνουν ένα διάλειμμα από την εξάσκηση.
Να συμβουλευτούν ξανά τους ειδικούς που παρακολουθούσαν τον Αντρέα.
Και να θυμηθούν ότι η παρέλαση έπρεπε να είναι μια χαρούμενη εμπειρία.
Όχι μια δοκιμασία στην οποία έπρεπε να αποδείξει την αξία του.
Λίγες ημέρες αργότερα, το σχολείο τού ανακοίνωσε ότι είχε βρεθεί ένας τρόπος να συμμετάσχει με την υποστήριξη που χρειαζόταν.
Ο Αντρέας χαμογέλασε.
Αλλά τότε άκουσε την πρόγνωση του καιρού.
Την ημέρα της παρέλασης αναμενόταν δυνατή βροχή.
Και ξαφνικά φοβήθηκε ότι το όνειρό του θα αναβαλλόταν ξανά.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 5…

0 comments:
Post a Comment